“Οδοιπορικό” στο Μπακού … με μιά διαφορετική ματιά …

10155035_10202705045084972_4199460982632620409_n

Αρχές Μαϊου 2014, μόλις μπήκε ο μήνας και σκέφτηκα να τον υποδεχθώ σε έναν άγνωστο για μένα μέχρι τότε προορισμό – στο “εξωτικό” Μπακού, πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν (τη χώρα του μέλλοντος όπως το αποκαλούν – μη με ρωτήσετε ποιοί και γιατί, δεν ξέρω-δεν απαντώ) που βρέχεται από την Κασπία λίμνη-θάλασσα. Πρωϊ-πρωϊ απογειώθηκα, μεσημεράκι προσγειώθηκα (καθότι έχουμε και διαφορά ώρας) με ζέστη 26οC.
Πρώτη εικόνα της πόλης, το αεροδρόμιο Heydar Aliyev (Χεϊντάρ Αλίγιεφ). To αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης είναι Χήθροου μπροστά του. Μπαίνουμε στην αίθουσα για τον έλεγχο διαβατηρίων και αισθάνομαι να έχω διακτινιστεί στην ταινία του Τζέιμς Μπόντ “Από τη Ρωσία με αγάπη”. Κίτρινα κουβουκλιάκια με τους military ντυμένους ελεγκτές μας περιμένουν και μπροστά από το καθένα ένας αστυνομικός με στολή ατσαλάκωτη σε πράσινο κυπαρισσί γεμάτη σιρίτια, σαν να το έχει σκάσει από το σοβιέτ, με ύφος τουλάχιστον Κα-γκε-μπε και φουσκωμένος από καμάρι σαν διάνος. Το καπέλο του με κάνει αυτόματα να σκεφτώ τηγάνι για κρέπες. Ο ελεγκτής με κοιτάει λες και έχω φτάσει από το υπερπέραν και, αφού του παίρνει 5 ολόκληρα λεπτά να χωνέψει ότι μια Ελληνίδα έχει έρθει μέσω Τουρκίας στο Αζερμπαϊτζάν, με ρωτάει αν είναι η πρώτη μου φορά στη χώρα. Απαντώ καταφατικά, μου λέει να κοιτάξω σε μία κάμερα, με παίρνει φωτογραφία (αν το ήξερα θα είχα πάει τουλάχιστον κομμωτήριο), είμαι πλέον διάσημη και στο Αζερμπαϊτζάν, και μου δίνει το το διαβατήριο με την κατάλληλη σφραγιδούλα λέγοντάς μου «καλώς ήρθατε» στα αζέρικα. Μέσα στην καλή χαρά πάω προς τον ιμάντα για να πάρω τη βαλιτσούλα. Ξαναγύρισε ο χρόνος πίσω. Άκρα του τάφου σιωπή στο χώρο των αποσκευών, διαστάσεων όσο το σαλόνι μου. Ακόμα κι ο ιμάντας που περιστρέφεται είμαι σίγουρη ότι έχει σιγαστήρα, γιατί δεν ακούγεται τίποτε!

Με τη βαλιτσούλα ανά χείρας κατευθύνομαι προς την έξοδο που με περιμένει η φίλη μου. Αφού διαπραγματευόμαστε τουλάχιστον 10 λεπτά την τιμή του ταξί μέχρι το σημείο που είναι να πάμε, ξεκινάμε. Το ταξί είναι copy paste black type english taxi αλλά σε μπροντοκαφετί χρώμα. H συζήτηση με τον οδηγό όπως και με όλους γίνεται σε άπταιστα ρώσικα, δεδομένου ότι οι παλιές αγάπες δεν ξεχνιούνται και εκτός των άλλων αγγλικά στο Αζερμπαϊτζάν είναι σαν να λες ότι θα μιλήσεις Ελληνικά με τους Κουβετιανούς. Πάντως την ιδέα να εξασκήσω την τουρκική την εγκατέλειψα νωρίς γιατί μπορεί εγώ να τους φέρνω τα ωραία τουρκικούλια μου φρέσκα φρέσκα αφιχθέντα από τη γείτονα και μητέρα-ρίζα των φίλων Αζέρων, αλλά τις απαντήσεις τους για να τις καταλάβω στο μίγμα αζέρικων και τουρκικών μου χρειάζονται επίσημοι μεταφραστές του κράτους και δεν μπορώ να κουράζομαι.
Δρόμο παίρνουμε δρόμο αφήνουμε λοιπόν με το ταξί και εγώ χαζεύω μέσα από το τζάμι το φημισμένο Μπακού. Mε έχουν προετοιμάσει να περιμένω να δώ ένα δεύτερο Ντουμπάι, με τερατώδη κτίρια και φα(νφα)ρ(α)ονικες κατασκευές και εννοείται γεμάτο από φυσικό αέριο και πετρελαιάκι (σε ερώτησή μου αν μπορώ να μεταφέρω ένα μπετονάκι πετρέλαιο από τα duty free για να ζεσταθούμε φέτος τον χειμώνα στην πατρίδα, η απάντηση ήταν δυστυχώς “όχι”). Και μπορώ να πώ ότι δεν έπεσαν καθόλου έξω.
Γιγαντιαία κτίρια τύπου Ντουμπάι με επιτομή την κατασκευή από την φημισμένη Ιρανή αρχιτέκτων Zaha Hadid του Heydar Aliyev Exhibition and Music Center όπου κανείς μπορεί να δεί όλα τα αυτοκίνητα ασφαλείας του πρώην Προέδρου της χώρας Χεϊνταρ Αλίγιεφ (να πω ότι και ο νυν Πρόεδρος Αλίγιεφ είναι και βέβαια από την ίδια οικογένεια! Oπως καταλάβατε πολύ καλά, σόϊ πάει το βασίλειο στην ολιγαρχία-λέγε με ανοιχτή δημοκρατία- του Αζερμπαϊτζάν. Η οικογένεια Αλίγιεφ κατέχει σχεδόν όλο το Μπακού. Οι τράπεζες στην σύζυγο και ο κατασκευαστικός και αναπτυξιακός ελιτίστικος τομέας στον σύζυγο. Oλα μένουν στην οικογένεια και όλοι είναι χαρούμενοι και ευτυχισμένοι!).
Και όλα αυτά να «συναγωνίζονται» κάποια απομεινάρια του Σοβιέτ (που οι φίλοι Αζέροι έχουν λυσσάξει να τα εξαφανίσουν από προσώπου γης) σε έναν αρχιτεκτονικό και κατασκευαστικό αχταρμά. Πιο δίπλα κτίρια παλιά πριν την επανάσταση του 1917. Κάτι σε επαύλεις θα μπορούσε να πει κανείς κατά μήκος της «παραλιακής» ή παραλήμνιας καλύτερα λεωφόρου, σε περίεργη κατάσταση που αντί να τα ανακαινίζουν και να αναδεικνύουν την αρχιτεκτονική τους τα κρύβουν με πρόσθετες προσόψεις που τις ακουμπούν πάνω στις παλιές σαν πρόσθετα γυαλιά ηλίου σε μυωπικό σκελετό. To πιο εξωφρενικό και κουφό πράγμα που έχω δει ποτέ μου!
(Το Μπακού από παντελώς άγνωστο παγκοσμίως έγινε πασίγνωστο εν μία νυκτί στο ευρύ κοινό λόγω Eurovision το 2012, με τα εντυπωσιακά εφέ και χορευτικά για τα οποία οι Αζέροι ετοιμάζονταν σχεδόν από τότε που άρχισαν να συμμετέχουν στον διαγωνισμό. Ζούσαν και ανέπνεαν για τον στιγμή εκείνη και λέγεται ότι ξοδεύτηκαν τρελλά ποσά για την πραγματoποίησή του. Παίζει να ξεπέρασαν ακόμη και το χρέος της Ελλάδας. Η περιοχή όμως την σηκώνει την μεγαλομανία οπότε γιατί να αποτελούν εξαίρεση οι αγαπητοί Αζέροι.

Το Μπακού με τη νέα και παλιά του πόλη, ιδρύθηκε λέει τον 6ο αι. μ.Χ και το οχυρωμένο κέντρο της πόλης έχει ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από την Unesco. Εδώ στο Μπακού έχει γεννηθεί ο μεγαλύτερος τσελίστας του 20ου αι. (και ένας από τους μεγαλύτερους όλων των εποχών) ο κος Mstislav Rostropovich και φυσικά ο φοβερός και τρομερός σκακιστής Γκάρι Γκασπάροφ.
Το όνομα της πόλης λέγεται ότι προέρχεται από το περσικό Baad-kube και σημαίνει “ανεμοδαρμένη πόλη”, λόγω των πολύ ισχυρών ανέμων και χιονοθυελλων. Επίσης, το Baghkuh, σημαίνει “όρος του Θεού” και οι αραβικές πηγές αναφέρουν την πόλη με τα ονόματα Baku, Bakukh, Bakuya και Bakuye, τα οποία όλα φαίνονται να προέρχονται από το αρχικό περσικό όνομα. Άλλοι πάλι θεωρούν ότι προέρχεται από το ζωροαστρισμό και τη λέξη Baga που σημαίνει “θεός” στα Αβεστάν και στα σανσκριτικά.
Oυφφ, πολλά και μπερδεμένα πράγματα δηλαδή και κουράστηκα ήδη με την ετυμολογία του ονόματος της πόλης οπότε το αφήνω εδώ και δεν ασχολούμαι περαιτέρω.

Παρακολουθώ με ενδιαφέρον όλη την προσπάθεια και τη μανία του Μπακουβιανών να μοιάσουν πάση θυσία στη Δύση και στον Δυτικό τρόπο ζωής. Χαζεύω τα ντυσίματα των κυριών και οφείλω να ομολογήσω ότι έχω πεθάνει στα γέλια από τα στυλιστικά «εκθέματα» που βλέπουν τα ωραία και μεγάλα μου μάτια. Μπαίνοντας στο σπίτι, το μάτι μου πέφτει σε ένα περιοδικό ποικίλης αζερμπαϊτζανικης ύλης και το ξεφυλλίζω. Απίστευο! Oι διαφημίσεις των τουρκικών σειρών στο Μπακού δίνουν και παίρνουν. Oι φίλοι μου με ενημέρωσαν ότι περισσότερες είναι οι τούρκικες σειρές και τραγούδια που παίζονται στην αζέρικη τηλεόραση και στο ράδιο παρά οτιδήποτε άλλο, έστω και ντόπιο. Και προς επιβεβαίωση όλων «έρχεται» ο κύριος Kıraç (βλέπε μουσική στις “1001 νύχτες”) μόλις ανοίγουν το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου! Μεγάλε και Αθάνατε Σουλεϊμάν με τις κατακτήσεις σου και την τουρκική παγκοσμιοποίηση!

Επειδή ακόμη ο ήλιος είναι πολύ ψηλά αποφασίζουμε να βγούμε για μια μεγάλη βόλτα στο Μπακού. Είμαστε στην πιό in συνοικία της πόλης κοντά στο Sahil Metro και κατευθυνόμαστε προς παραλιακή (ή παραλημνιακή, πιο σωστά). Το πρώτο εμπορικό κέντρο Mall Bulevar ξεφυτρώνει μπροστά μας. Κατασκευάστηκε το 2009 και είναι η χαρά όλης της μεσοαστικής – προς υψηλή – κοινωνίας, η οποία μετά τον κάματο των ψώνιων (οι συνειρμοί δικοί σας) συνεχίζει με βόλτα καταμήκος της Κασπίας Θάλασσας προσπαθώντας να φανταστεί ότι στο τέλος κάπου στον μακρινό ορίζοντα κάποιο Τουρκμενιστάν υπάρχει ίσως. Στην άκρη της παραλιακής, στο πουθενά, διακρίνω το κέντρο που φιλοξένησε την διάσημη Αζέρικη Γιουροβίζιον το 2012 – να δείτε που στο τέλος οι ντόπιοι θα φτάσουν να ανακυρήξουν εκείνη την ημερομηνία ως εθνική γιορτή.
Συνεχίζουμε τη βόλτα στην ωραία, καταπράσινη, γεμάτη στυλάτα παγκάκια και μέρη πώλησης φυσικών χυμών και φρούτων σε σχήμα ανοιχτού πορτοκαλιού, πλατεία-πάρκο και φτάνουμε στο νέο υπο κατασκευή χάϊ ελιτ συγκρότημα κατοικιών και καταστημάτων όλων των ειδών Port Baku. Κλάμπ γυμναστικής, πολυτελή διαμερίσματα, εστιατόρια, επιχειρήσεις , γερανοί κατασκευής και εμείς.
Σε αυτό το σημείο έκανα την αφελή ερώτηση στη φίλη μου ποιά ειναι η ισοτιμία ευρώ και αζέρικου νομίσματος (μανάτ) και κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό. To μανάτ, λοιπόν, το οποίο υποδιαιρείται σε 100 καπίκια (ρωσικά κατάλοιπα) ισούται παρακαλώ με 1 ευρώ. Oι τιμές από ότι ανακάλυψα στα επόμενα 10 λεπτά είναι εφάμιλλες του Βελγίου και για να φάνε δυο άτομα μία αζερμπαϊτζανική “πίτσα”, τρία ορντεβρ τύπου μελιτζανοσαλατα και τζατζίκι και να πιούν 3 ποτήρια κρασί κοστίζει 45 ευρώ! Τέτοιο σόκ δεν το έχω πάθει ούτε στο Georges V στο Παρίσι!
Oι φίλοι μου με ενημερώνουν ότι οι Αζέροι είναι τόσο ψώνια που θεωρούν ότι δεν υπολοίπονται σε τίποτε από την υπόλοιπη Ευρώπη και Δύση και ότι πρέπει να συμβαδίζουν και στις τιμές. Το μότο τους, “Πετρέλαιο και φυσικό αέριο σας δίνουμε, οπότε και εμείς σας τα παίρνουμε κανονικά και με το νόμο”! Η επίδειξη πλούτου είναι παροιμιώδης στην πρωτεύουσα τη χώρας!
Αφού επί 4 ώρες περπατάμε και διασχίζουμε όλο το μοντέρνο κομμάτι της πόλης, βλέποντας ότι μπορεί να φανταστεί κανείς από κατασκευαστικό οργασμό και θεώρατα κτίρια, περνώντας μπροστά από απίθανα κτίρια και φοβερά πάρκα και λεωφόρους, καταλήγουμε για βραδυνό σε ένα Γεωργιανό εστιατόριο, υπόγειο, από τα καλύτερα από ότι μου είπαν, όπου τρώγοντας πολύ λάϊτ (επιπέδου … σπουργιτιού) η τιμή στο τέλος μας ήρθε κατακέφαλα! Αφού αυτές είναι οι τιμές δεν μπορείς να τις αποφύγεις απλώς το παίρνεις απόφαση.

Αφήνοντας στην άκρη τα αρνητικά, γιατί διακοπές είμαστε οπότε κρατάμε μόνο τη θετική ενέργεια, επιστρέφουμε σπίτι περπατώντας στο νυκτερινό Μπακού. Το διαμέρισμα είναι στον 10ο όροφο του καλύτερου (από ότι λέγεται) κτιρίου της περιοχής, με θέα σε όλη την Κασπία όπου από το ανοιχτό παράθυρο ακούμε τον παφλασμό του (λιμνο)κύματος.

Χαζεύοντας δεξιά και αριστερά σκέφτoμαι ότι το Αζερμπαϊτζάν αποκαλείται και “χώρα της φωτιάς” που είναι και το σύμβολο της χώρας. Όλη η γη της είναι γεμάτη φυσικό αεριο και έτσι η χώρα την έχει δεί πλανητάρχης ένα πράγμα και έχει βαλθεί να μεγαλουργήσει και να μάθει στον κόσμο ποιά είναι.
Πολλές αλλαγές έγιναν στη χώρα και αυτό φαίνεται στον πολιτισμό και την αρχιτεκτονική της. Υπέροχα, Ευρωπαϊκού τύπου κτίρια συμβιώνουν με τερατώδη κτίρια που ξεπερνούν την στρατόσφαιρα και μοντέρνα οικοδομήματα που ο όγκος τους κουράζει μόνο κοιτώντας τα.
Tα αυτοκίνητα στο Μπακού (ποδήλατα μην περιμένει να δει κανείς, δεν ξέρουν καν τί είναι) είναι τα τελευταία Ευρωπαϊκά μοντέλα, μη μας πάρουν και για φτωχούς, (αν και κάπου κάπου βλέπεις να σε «χαιρετούν» και κάποια ρομαντικά Lada, κατάλοιπα άλλων εποχών που έχουν γίνει πλέον vintage) και διασχίζουν σας τρελλά τους δρόμους. Οι Αζέροι οδηγοί είναι τουλάχιστον σχιζοφρενείς. Γι΄αυτό τα υπόγεια περάσματα επιβάλλονται, αλλιώς την βγάζεις δεν την βγάζεις.

Bέβαια μην φανταστείτε υπόγεια περάσματα τύπου Ομόνοιας και Εξαρχείων. Ουχί! Πρόκειται για πραγματικά μουσεία! Γεμάτα μάρμαρο και διακοσμήσεις από πάνω μέχρι κάτω, λιτές και καθαρές, είναι η χαρά του πεζού. Το Μπακού κάνει τα πάντα να είναι ευχάριστο στους κατοίκους του και να χαίρονται όλοι (εμένα πάλι όλο αυτό το τέλειο και ο καθωσπρεπισμός με έχει τόσο κουράσει και εκνευρίσει που κάπως μου έρχεται). Τέλος πάντων, βγαίνεις από τις υπόγειες διαβάσεις και βρίσκεσαι σε μεγάλα πάρκα με καρουσέλ, με περίπτερα-σχήμα πορτοκάλι που σε δροσίζουν με χυμούς, με εμπορικά κέντρα να «χαζεύουν» την Κασπία και να είναι η χαρά του Αζέρου νεόπλουτου καταναλωτή, κυβερνητικά κτίρια σαν παλάτια του 18 και 19ου αι., στήλες φαναριών στολισμένες με χρυσάφια, περίτρανες διακοσμήσεις κτιρίων αιώνων, σαν κέντημα, χρυσά συντριβανια να σε δροσίζουν και κάπου εκεί μέσα σε όλο αυτό το μεγαλείο να ξεπετάγεται και μια ανοιχτή πόρτα ξύλινη σε κατάσταση διάλυσης από παλιά οικία που φωνάζει τα περασμένα της μεγαλεία και «κλαίει» γιατί τώρα της πήραν την δόξα τα νέα και μεγάλα και η μοίρα της είναι αυτή όλων των παλιών οικιών του Μπακού, άμεση κατεδάφιση και ούτε λόγος για ανακαίνιση. Και να κοιτάς τα υπέροχα ταβάνια της, τις κουπαστές της και να σου έρχεται να θέλεις να στραγγαλίσεις τις αρχές του τόπου για την εξαφάνιση όλου αυτού του παρελθόντος.
Στρέφεις μετά το βλέμμα προς τη θάλασσα και βλέπεις το κτίριο της Γιουροβίζιον να σε κοιτάει κοροϊδευτική και να σου λέει “άσε μας κουκλίτσα μου τώρα με όλα αυτά τα παλιά και διαλυμένα. Εμείς είμαστε μοντέρνοι και ωραίοι”. Και η αφίσα του πρώην προέδρου της χώρας του κου Αλίγιεφ (που αναμόρφωσε όπως θεωρούν οι Αζέροι τη χώρα μετά την ανεξαρτησία της, πριν 20 περίπου χρόνια), της γνωστή οικογένειας που λύνει και δένει και βγάζει όλο Προέδρους και όλοι οι δρόμοι έχουν ονόματα της οικογένειας, σου χαμογελάει σαν άλλος Σίλβιο Μπερλουσκόνι μετά από επιτυχημένο μποτοξάκι (παίρνω όρκο ότι δεν τα έχει αποφύγει. Πρόσωπο φράπα!), σε έναν από τους κεντρικότερους και πράσινους δρόμους της πρωτεύουσας.

Η επόμενη μέρα ξεκίνησε με ήλιο τρελό. Ξεκινήσαμε, λοιπόν για την συνέχεια της εξερεύνησης της νοτιοκαυκασιακής εξωτική πρωτεύουσας (Παρένθεση: το Μπακού είναι η χαρά της διακριτικής παρακολούθησης και των κυρίων με στολές. Πάντα για το καλό των πολιτών, μην παρεξηγηθώ! Σε κάθε τετραγωνικό μέτρο και από …5 κύριοι με στολές συν ένα κουβούκλιο, υποθέτω για να προφυλάσσονται από τον ήλιο, άλλοι παρακολουθούσαν μέσα από αυτοκίνητα, σου λέει ποιά τρελή παίρνει και γιατί συνέχεια φωτογραφίες, δύο φορές κόντεψαν να μας καλέσουν για επίσκεψη στο αζερμπαϊτζανικό δημόσιο και τις αρχές, η μηχανούλα μου «χαροπάλεψε» άλλες δύο φορές έξω από μια πολύ «ευαίσθητη» πρεσβεία κάποιας πολυαγαπημένης χώρας με ρόδα και κήπους, και σκέφτηκα ότι μάλλον θα με στείλουν για vacances νωρίτερα από την εποχή που τις έχω ήδη προγραμματίσει. Τελικά η σεβάσμια ηλικία μου μάλλον με έσωσε και μου έδωσαν άφεση αμαρτιών. Δημοκρατία της τρελής χαράς την χώρα δεν την λες με τίποτε, αλλά προσπαθεί η περίφημη η οικογένεια του Προέδρου, που από ότι με ενημέρωσαν είναι η αζερμπαϊτζανική δυναστεία εδώ και αιώνες, να γίνει Ευρώπη.
Λοιπόν, ξεκινάει το πρωϊνό μας, παίρνουμε την κατεύθυνση προς την παλιά πόλη και διασχίζουμε ένα πραγματικά υπέροχο πάρκο με το όνομα «Το πάρκο των πηγών» (το οποίο υπέστη ανάπλαση τελευταία και οφείλω να ομολογήσω ότι ειναι καταπληκτικό. Δεδομένου ότι το Μπακού δεν έχει και τεράστια αποθέματα πρασίνου (σε σχέση με τα αέρια αποθέματα ) κατασκευάζουν όπου μπορούν πάρκα και πρασινάδες και συντριβάνια και είναι όλα ωραία καθαρά και δροσερά και όλοι είμαστε μια χαρούμενη ευτυχισμένη οικογένεια με έναν αγαπητό “πατερούλη”. Και εκεί που είμαστε όλοι μέσα στα γέλια και τσουπ φωτογραφία από δώ με τη μια πηγή και τσουπ φωτογραφία με την άλλη πηγή, ακούω κάτι μουσικές και τραγούδια τόσο οικεία που νόμιζα ότι βρισκόμουνα στην οδό Ερμού. Στήνω αυτί και παθαίνω σόκ, ασπρίζω και έκανα μέχρι και τον σταυρό μου. O Αντώνης Ρέμος στο διαπασών σε ένα από τα πιό in καφέ, να άδει και να μερακλώνει τους ιθαγενείς με το «Μα δεν γίνεται»! Κόκκαλο εγώ στη μέση του πάρκου προσπαθώντας να το ξεπεράσω.
Για κοίτα, σκέφτομαι, που σε λίγο θα ανοίξουν και μπουζούκια στο Μπακού.

Συνέρχομαι, παίρνω βαθιές αναπνοές και συνεχίζω τον περίπατο στο μοντέρνο και πολύ ανωτάτου αυτό μέρος του Μπακού για να βγώ στην παλιά πόλη. Βλέπω το κτίριο της Βιβλιοθήκης με υπέροχη αζέρικη αρχιτεκτονική, με όλους τους ντόπιους ήρωες και φημισμένους (συγνώμη παιδιά αλλά ούτε τους ξέρω ούτε με ξέρουν, ζήσαν μια καλή ζωή τότε στα χαρέμια και στα παλάτια κάνανε υπεροχα σαράγια και παλάτια αλλά τα ονόματά τους μου είναι εντελώς άγνωστα και δυσκολοπρόφερτα που τον μόνο που συγκράτησα ήταν ο κος Τζαφάρ Τζαμπαρλί κάτι μεταξύ λουκ σουλτάνου και πασά. Toυς έχουν όλους σε τεράστιες φώτος μέσα στα τζάμια του κτιρίου και πάνω από τις φωτογραφίες έχουν και το άγαλμα του καθενός, εντυπωσιακό, χρωματιστό, λθγο κιτσάτο).

Προχωρώ λίγα μέτρα και μπαίνω σε ένα σουπερ-μάρκετ τεράστιο μέσα σε ένα πολύ ωραίο σαν έπαυλη κτίριο. Και εκεί ξαναμένω για δεύτερη φορά με το στόμα ανοιχτό και προσπαθώ να καταλάβω ότι αυτό που βλέπω είναι όντως σουπερ μάρκετ και όχι το Ανάκτορο του Μπάγκινχαμ! Τί μάρμαρα, τι αραβουργήματα, τί πολυέλαιαοι, τί ζωγραφισμένα με φρεσκο ταβάνια, τί το ένα τί το άλλο τί τζάμια, τί πορτες τί κουπαστές! Σούπερ μάρκετ! Μου έρχεται να βάλω τα κλάματα από τα νεύρα μου. Oταν σκέφτομαι ότι εγώ πάω στον Σκλαβενίτη και είναι σαν να μπαίνω σε αποθήκη τροφίμων στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο.

Δύο απανωτά « χτυπήματα» σε διάστημα 15 λεπτών είναι πολλά ακόμη και για μένα.
«Αποκαρδιωμένη» (και αισθάνοντας να είμαι για τα αζέρικα στάνταρντ μία φτωχή και μίζερη τουρίστρια που κατέβηκε από τα γκράβαρα) παίρνω τα πόδια μου και ξεκινώ για πιό κάτω.

Συνεχίζουμε τη βόλτα από την παραλιακή πλευρά με την τεράστια δενδροφυτεμένη και καταπράσινη μπουλβάρ να αγναντεύει την Κασπία σε απόσταση 100 μέτρων από τα πόδια μας, περνάμε έξω από τον σπίτι που μένει ο Πρέσβης της ΕΕ στο Μπακού (δεν το συζητώ… μια έπαυλη με θέα την Κασπία … και να μου ξαναγίνονται τα νεύρα κουρέλια!). H παραλιακή μπουλβάρ είναι γεμάτη από παλιά οικήματα και επαύλεις του 19ου αιώνα που άλλα τα ανακαίνισαν άρα είναι αυθεντικά και σε άλλα τους κότσαραν μια μοντέρνα με παλιά στοιχεία πρόσοψη, την κόλλησαν πάνω στο παλιό κατά την προσφιλή τους μέθοδο και την έχουν κάνει πιά την λεωφόρο σωστή Κυανή Ακτή.

Με αυτές τις σκέψεις φτάνω στην παλιά πόλη και εισέρχομαι στη περίοδο των 1001 νυχτών παρέα με παλαιολιθικές κατασκευές, αγαλματάκια, πέρσες σάχηδες, οθωμανούς σουλτάνους, μογγόλους βασιλείς-χαν, χανούμισες και αφέντρες και ό,τι είχα φανταστεί κάθε φορά που έβλεπα και άκουγα για την παλιά ιστορία αυτής της περιοχής του νότιου Καυκάσου και όλων των μεγαλειωδών οικοδομημάτων, τζαμιών, διακοσμήσεων, σαραγιών.
Αν έσκαγε μύτη ο Τζένγκις Χαν και ο άρχοντας Τζαφάρ από καμιά γωνία δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση.

Eξαιρετικά διατηρημένη η παλιά πόλη (Icherisheher – Walled city), η οποία κατοικείται από την παλαιολιθική εποχή (για όνομα του Θεού!) και διατηρείται ολόκληρη μέχρι σήμερα, κατασκευάστηκε τον 12ο αιώνα. Μέσα σε όλο αυτό το μεγαλούργημα δεσπόζει ο Πύργος της Παρθένου (Giz Galasi – Kiz Kulesi) που χτίστηκε τον 8ο-7ο αι π.Χ και ανακαινίσθηκε στον 12ο αι. μ.Χ, και το Παλάτι Shirvanshakh Sarayi που χτίστηκε τον 15ο αι. Εντάξει ο κος Σιρβάν Σάχης είχε γούστο δεν μπορώ να πώ τίποτε. Ολη η παλιά πόλη και όλα τα μνημεία έχουν την γνωστή αρχιτεκτονική διατηρώντας τα γήινα χρώματα των τοίχων του τότε. Η πρώτη μου αντίδραση όταν το είδα ήταν ότι είμαι κάπου σε ένα Ιμαρέτ ή στο Αλκάθαρ στην Ισπανία. Kάποιος μου είχε πεί ότι εδώ λένε πως μπορείς να δείς κομμάτια όλων των πολιτισμών αλλά και όσων βλέπεις στην Ευρώπη.
Αφού έκανα και το απαραίτητο shopping για σουβενίρ (σιγά μην ξανάρθω στο Αζερμπαϊτζάν) πήρα με τους φίλους (οι οποίοι είχαν αρχίσει να κόβουν φλέβες από τη βαρεμάρα τους … πόσες φορές πια θα δείς το σαράι, το τζαμί και τον πύργο της κοπελίτσας που αυτοκτόνησε από την ταράτσα του πύργου ως άλλη Σουλιώτισα για να μην ατιμαστεί – oρίστε από που επαιρναν ιδέες οι ελληνικές ταινίες του ΄60 – από τον κάφρο γαμπρό που ήθελε να της δώσει ο σκληρός πατέρας. Τέλος πάντων, πάντα και παντού τα ίδια. Ατιμη κοινωνία!).

Tελειώνοντας λοιπόν από την παλιά πόλη Μνημείο της Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ουνέσκο και όλες τις επαύλεις και τα μεγαθήρια μεγαλειώδη οικοδομήματα του Μπακού-wannabe Ντουμπάι, Εμιράτα κλπ, αποφάσισα ότι αυτό δεν είναι ούτε το Μπακού που έχω στο μυαλό μου ούτε αυτά που έχω ακούσει. Πολύ πολυτέλεια, πλούτος και Ευρώπη-λούκ μου έπεσαν μαζεμένα και κάπου δεν κολλάει. Αφού συζητώ με τους φίλους μου, μου λενε ότι θα πάμε να μου δείξουν και κάποιες άλλες γειτονιές πιο «λαϊκές».

Μέσα στην καλή χαρά ξεκινώ για να δω επιτέλους πως είναι το Μπακού και οι «άλλες» συνοικίες του πίσω από την πολυτελή και γεμάτη ανάπτυξη και μεγαλομανία πρόσοψη που έχουν καταστρέψει τα πάντα όσον αφορά την ιστορία της πόλης (δυστυχώς το Αζερμπαϊτζάν και δη το Μπακού δεν θέλει να έχει καμία απολύτως σχεση με το «παρελθόν» – η μετάφραση της λέξης δικής σας – και όσα αυτό πρεσβεύει πριν την ανεξαρτησία της χώρας τα τελευταια 20 χρόνια).

Kατευθύνομαι προς την γειτονιά με το όνομα Σοβιέτσκι (κατάλοιπο και αυτό εννοείται – η γειτονια πήρε λέει το όνομά της από έναν δρόμο που είχε αυτό το όνομα τότε επί Ρώσων επαναστατών. Βέβαια όλα αυτά άλλαξαν, όπως με ενημέρωσαν περιχαρείς οι πληροφοριoδότες, όταν οι κακοί έφυγαν και οι καλοί ιθαγενείς έγιναν ανεξάρτητοι και πήραν το αίμα τους πίσω. Είμαι σίγουρη ότι αν γινόταν να ανατινάξουν εν μία νυκτί ότι θυμίζει 1917- 1990 θα το έκανα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Στην άλλη πλευρά της πόλης που υπάρχουν ήδη μεγαλειώδη κτίρια, ξενοδοχεία, ουρανοξυστες, πάρκα και ό,τι βάλει ο ανθρώπινος νούς, κατεδαφίστηκαν περίπου 150 σπίτια-επαύλεις και maisons de maitre χτισμένα στα τέλη του 19ου αι. γύρω στο 1880. Tραγικό..

Σε αυτή τη συνοικία λοιπόν για την οποία δεν βρίσκει κανείς και πουθενά τίποτε από πληροφορίες, όχι μόνο γραπτά αλλά ούτε και προφορικά, υπήρχε κολλητά και η παλιά εβραϊκή συνοικία, για την οποία επίσης δεν υπάρχει τίποτε. Ολόκληρα τετράγωνα εγκαταλελειμένων κτιρίων ή κτιρίων ετοιμόρροπων που υποκατοικούνται, αλλά που πολλά απι αυτά διατηρούν ακόμη την αίγλη της παλιάς τους δόξας.

Βλέπεις κτίρια από το 1901, 1916, 1884, 1892, ερείπια. Ακόμη και το κτίριο του χαμάμ (εβραϊκό κτίριο στο δάπεδο του οποίου βλέπεις το άστερι του Δαυίδ) είναι υπό κατάρρευση (κανείς δεν ξέρεις αν τελικά σωθεί ή όχι, από αυτά που έμαθα από επίσημα χείλια δεν είναι και πολύ φαν να το κρατήσουν, γιατί θέλει πολλά για συντήρηση και σιγά τωρα που θα συντηρούμε σαβούρες (σύμφωνα με την λογική τους).

Κοντά λοιπόν εκεί είναι και ο δρόμος όπου βρίσκεται το σπίτι που γεννήθηκε και έζησε ο Ροστροπόβιτς (από ότι μας είπαν το δικό του σπίτι θα τη γλυτώσει και δεν θα κατεδαφιστεί για να γίνει πάρκο). Και ο δρόμος που βρίσκεται το σπίτι έχει το όνομά του. Από τις εξαιρέσεις, γιατί όλοι οι δρόμοι του Μπακού τιμούν την γνωστή οικογένεια. Αλίγιεφ.

Περνώντας παλι στην παλιά πόλη να ξαναθαυμάσουμε τα παλάτια των Χαν και των Σάχηδων και των χαλίφηδων, στρίβουμε σε ένα στενάκι και κατευθυνόμαστε προς το σπίτι-έπαυλη-παλάτι του κου Ταγκίγιεφ, που σήμερα φιλοξενεί το Εθνικό Μουσείο Ιστορίας του Αζερμπαϊτζάν και που νομίζω ότι από τότε που άνοιξε για το κοινό δεν πρέπει να το έχουν επισκεφθεί πάνω από εκατό άνθρωποι. Την ημέρα πιυ πήγαμε εμείς, το ειχαν επισκεφθεί 10 άνθρωποι. Oι υπάλληλοι είναι υπερτριπλάσιοι των επισκεπτών. Αφού να φανταστείτε ότι σε κάθε αίθουσα ήταν ένας επισκέπτης και 3 υπάλληλοι! “Σκληρή” η δουλειά του εργαζόμενου στο μουσείο, το ομολογώ.
Λοιπόν, ο κύριος Χατζη Ζεϊναλαμπντιν Ταγκίγιεφ είναι για το Αζερμπαϊτζάν ότι ήταν ο Τζέι-Αρ Γιούιν για το «Ντάλλας». Ο εθνικός «πετρελαιάς»! Oπότε με τα πετρολεφτά του έκανε ότι ήθελε. Έχτισε λοιπόν αυτό το φτωχικο κονάκι το διακόσμησε και το επίπλωσε με ό,τι καλύτερο κυκλοφορούσε στα τέλη του 19ου αι. στην Ευρώπη και το έπαιζε μεγάλος και τρανός, «αρμέγοντας» πετρέλαιο και πουλώντας το. Οταν ο κύριος Ταγκίγιεφ έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο, το σπίτι «κοκκίνσε» και μετά την απελευθέρωση το πήραν πάλι πίσω οι ιθαγενείς και το έκαναν το εθνικό τους ιστορικό μουσείο. Eχει μέσα ευρήματα από την παλαιολιθική εποχή της περιοχής (γιατί έχουμε ιστορία εδώ δεν είμαστε όποιοι και όποιοι), πίνακες με μάχες και συναντήσεις από τον Μέγα Αλέξανδρο μέχρι τον τσάρο, την ενδυματολογική μόδα διαφόρων εποχών, μέχρι και μπουρκα χρυσοποίκιλτη έχει (τώρα πως έβλεπαν αυτές οι έρμες οι κυρίες κανείς δεν ξέρει), αθλητικές φόρμες και σπορ της εποχής των Χαν κ των Σάχηδων, σοβιετικής εποχής δόξα των μεγάλων μυαλών της χώρας στην τέχνη και την επιστήμη, ισλαμικές επιδράσεις, και τα δωμάτια όπου κοιμόταν, δεξιωνόταν και έπαιρνε το τσάι του ο κυρ-Ταγκίγιεφ. Άλλο να σας τα λέω κι άλλο να τα βλέπετε! Oι Βερσαλλίες ωχριούν.

Μπουχτισμένη πιά από όλα τα χρυσα (αν ξαναδώ χρυσό θα αρχίζω να ουρλιάζω), βγήκα στον καθαρό αέρα (φυσάει μονίμως στο Μπακού 365 μέρες το χρόνο) και με τους φίλους αποφασίσαμε να πάμε προς την πλευρά που είναι η πιο ψηλή στον κόσμο σημαία (να την βλέπουν όλοι οι κακοί τριγύρω και να σκιάζονται), το Προεδρικό Μεγαρο, το μνημείο των Ηρώων (κάποιοι ντόπιοι που σκοτώθηκαν όταν εισέβαλαν τα ρώσικα τανκς), το μνημείο και το τζαμί, “δώρα προς την αδερφή-Τουρκία για να τους τιμήσουμε για τη βοήθεια που μας έδωσαν και το αίμα που έριξαν για να μας σώσουν τότε”, και τους φημισμένους και σήμα κατατεθέν του Μπακού δίδυμους πύργους σε σχήμα φλόγας.

Δεν ξέρω πόσες σκάλες ανεβήκαμε μέχρι εκεί, μπορεί και 300.
Η θέα της Κασπίας και της πόλης από ψηλά είναι εντυπωσιακή. Μπόχαλη της Ζακύνθου δεν τη λες, αλλά για τα εδώ δεδομένα καλή είναι. Ολα τεράστια και θεόρατα και νομίζεις ότι είσαι σε έργο επιστημονικής φαντασίας! Μα δεν κουράζονται αυτοί οι άνθρωποι να τα βλέπουν κάθε μέρα;

Νισάφι πιά με τα υπερφυσικά, είπαμε να κατέβουμε και να περάσουμε να ρίξουμε μια ματιά και στο Κτίριο της Κρατικής Φιλαρμονικής που είναι έξω από τα τείχη της παλιάς πόλης και μέσα σε ένα ωραιότατο πάρκο όπου δεσπόζουν τα χρυσάφια παντού και τα συντριβάνια σε μαύρο και χρυσό!

Περάσαμε και από ένα πέτρινο συντριβανάκι το οποίο ήταν διακοσμημένο με όλα τα ζώδια, περάσαμε από την Αρμένικη Εκκλησία που είναι σε μια γωνιά του πάρκου των πηγών (τώρα πως έχει ξεμείνει εκεί η εκκλησία με τόσο μένος που έχουν οι ιθαγενείς για τους γείτονες Αρμεναίους λόγω γνωστών «κατοχών» και «κλειστών» συνόρων δεν το καταλαβαίνω).

Μ’αυτά και μ’ αυρά εφτασε η ημερα της αναχώρησης. Καθοδόν για το αεροδρόμιο συζητώ με τον ευγενικό νεαρό ταξιτζή εις άπταιστον αγγλική (δεν το λες κ σύνηθες στο Αζερμπαϊτζαν αυτό). Τον παρατηρώ και επιβεβαιώνω την εντύπωση που μου άφησαν οι Μπακουβιανοί/ές και η τοπική κοινωνία.
Tο πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό περιέργως αλλά όχι τυχαίως είναι οι Κινέζοι και οι Ιάπωνες που μοιάζουν όλοι ίδιοι!
Οι μπακουβιανές νέες κυρίες και δεσποινίδες έχουν όλες μία κοψιά. Η μία πιστή αντιγραφή της άλλης. Τα ίδια ρούχα, όλα μεσα στην τελευταία μόδα με κιτς πιτσιλιές εκατέρωθεν να μην ξεχνάμε και από που προερχόμαστε, τα ίδια μακριά μαλλιά, το πιο κοντό μάκρος φτάνει στη μέση της πλάτης και το πιο μακρύ παίζει να αγγίζει και το γόνατο (υποθέτω είναι το απόλυτο αξεσουάρ θηλυκότητας στη χώρα). Βαμμένες όλες λες και πάνε στο γάμο του δεσπότη και απαραιτήτως με ένα κινητό στο χέρι ή στο αυτί.
Περπατάνε από το πρωϊ μέχρι το βράδυ πάνω στα 20ποντα τακούνια τους (άλλο απίστευτο που μόνο εδώ βλέπεις σε τέτοιο βαθμό), και βολτάρουν στην παραλιακή περατζάδα της Κασπίας για να «βρούν» γαμπρό. Δεν αστειεύομαι καθόλου.

Οι μεγαλύτερες κυρίες είναι ή πιστά αντίγραφα των «ένδοξων» ημερών του σοβιέτ ή καρικατούρες από τον καιρό των τσιγγάνων. Δεν μπορώ να συγκρατήσω τα γέλια γιατί μου έρχεται αυτόματα στο μυαλό η Μαρούσκα και η Ντένη Μαρκορά των «Δύο ξένων»!

Οι μπακουβιανοί νέοι κύριοι είναι να τους παίρνεις ως specimen από κάτι εξωγήινο. Μαυριδεροί, μαλλί, γυαλί και παντελόνι Lee ή οτιδήποτε άλλο λουσάτο κυκλοφορεί από Αρμάνι και πάνω, στενό οπωσδήποτε, και παπούτσι μυτερό να σκοτώνει κατσαρίδα στο χιλιόμετρο.
Οι μεγαλύτεροι είναι άξια τέκνα «παλιοσοβιετικής» μόδας ανακατεμένης με μοντέρνες πινελιές και χρυσά δόντια.
Tα κοσμήματα πάνε σύννεφο και στους αρσενικούς και στους θηλυκούς όλων των ηλικιών.
Από θρησκεία είμαστε όλοι κοσμικοί γιατί 70 χρόνια σοσιαλισμού μας «καθάρισαν» από θρησκευτικές αντιλήψεις. Τζαμάκια βέβαια έχουμε έτσι ένα δύο διακοσμητικά, φτιάξαμε παρεπιμπτόντως και το μεγαλύτερο στην περιοχή του Καυκάσου Ισλαμικό Κέντρο με χρυσούς τρούλλους και κεντητα αραβουργήματα, έτσι για να σκάσουν οι απέναντι. Εχει ξεμείνει και καμιά χριστιανική εκκλησία που μάλλον δεν λειτουργεί και έτσι έχουμε όλες τις θρησκευτικές ατραξιόν μαζεμένες για να δίνουμε καλή εντύπωση.
Οταν δε, βλέπουν γυναίκα να φορά μαντήλα ή τσαντόρ (υπάρχουν κάποιες, ναι) γίνονται Τούρκοι, Μογγόλοι και Πέρσες στρατηλάτες μαζί, τρία σε ένα. Τις κοιτάνε με μισό μάτι και αν μπορούσαν θα τους έβγαζαν και τα ρούχα.
Είναι τόσο κολλημένοι να μοιάσουν στη Δυση που ακόμη και τα νομισματά τους χάρτινα και κέρματα είναι αντίγραφα του ευρώ! Από ότι μου είπαν, ο ίδιος που έφτιαξε τα χάρτινα ευρώ Ευρωπαίος σχεδιαστής έκανε και τα δικά τους.

Μπακού : Μια «χωριατοπούλα» που ονειρεύεται να γίνει «αριστοκράτισσα».

Μουσική : το αφήνω… είναι πολύ πονεμένη – για τα ώτα μου – ιστορία. Δράμα.

Φαγητό: μάλλον προς βαρύ θα έλεγα, αν και εγώ ως μίζερος άνθρωπος στο φαγητό αρκέστηκα σε αυγά με ντομάτες και ωραίες σαλατίτσες. Εντάξει δεν θα κάνω γαστρονομία στο Αζερμπαϊτζάν, μην τρελλαθούμε κιόλας.

Από καθαριότητα αν πω ότι έχω παράπονο θα πέσει όλο το πετρέλαιο της χώρας να με κάψει. Στους δρόμους δεν βλέπεις ούτε υποψία πυτιρίδας, γιατί αλλιώς υποθέτω τους «μαύρους» τους εργάτες θα τους φάει το πράσινο χώμα που καθαρίζουν.

Xαζεύοντας έξω από το τζάμι του ταξί καθόλη τη διαδρομή διάρκειας περίπου μισής ώρας είναι εντυπωσιακό ότι κατά μήκος του δρόμου και όσο πάει το μάτι σου, αυτό που βλέπεις είναι χιλιάδες πύργοι πετρελαίου και αγωγοί φυσικού αερίου!

Και κάπου στα αριστερά πετάγεται σαν φλόγα μέσα από τη γή το νέο κτίριο της Socar που σε λίγο θα αγγίξει και αυτό τον ουρανό.

Kατασκευαστικός οργασμός εκτός πόλης, λόγω των Ευρωπαϊκών Αγώνων 2015 και όλη η πόλη κινείται στους ρυθμούς τους. Έτοιμο το πανύψηλο μεγαλειώδες υπερμοντερνο «ξενδοχείο» που θα φιλοξενήσει όλους τους αθλητές. Ο,τι και να φανταστείτε είναι λίγο.

Και κάπου εδώ φτάνουμε στο αεροδρόμιο που έχει και νέο τέρμιναλ τώρα αλλά απο κει πετάνε μόνο για Μόσχα.

Στο παλιό τέρμιναλ πια εγώ, που απέξω είναι κούκλα και από μέσα κάτι μεταξύ Ελληνικού στα τελευταία του και αερολιμένος Αλεξανδρούπολης στα χάι του, και αρχίζει ο γολγοθάς των 5 ελέγχων: 1oς έλεγχος βαλίτσα, τσάντα και επιβάτης, 2ος έλεγχος διαβατήριο και εισιτήριο, 3ος έλεγχος τσεκ ιν, 4ος έλεγχος πάλι βαλίτσα , τσάντα και επιβάτης και διαβατήριο, 5ος και τελευταίος – αμάν μπαϊλντισα – διαβατήριο, φωτογραφία για την έξοδο – ευτυχώς αυτή τη φορά είχα φτιάξει το μαλλί – σφράγισμα της βίζας και καλό μας ταξίδι.

Η ησυχία χαρακτηριστική, τα κουβούκλια σαν να περνάς τα σύνορα με τη Ρωσία en plein soviet, μια μικρή πορτίτσα ανοίγει να περάσει ο ταλαίπωρος ταξιδιώτης που ξαναβλέπει όλους του κυρίους με τις πράσινες ατσαλάκωτες στολές και σιρίτια να ξανακαμαρώνουν σαν διάνοι! Τί να πείς, καθένας με τα έθιμά του. Αντε ρε Ιωσήφ με τα κατάλοιπά σου, που ταλαιπωρούν τον κόσμο!

Η ευγένεια των Αζέρων δεν μπορώ να πώ ότι είναι και παροιμιώδης. Με το ζόρι σου απαντούν, όσο για πληροφορίες καλύτερα να τους σκοτώσεις.
Παρόλη τη βαριεμάρα της η αεροσυνοδός στο τσεκ ιν με ενημέρωσε ότι υπάρχει και λαουντζ όπου μπορώ να περιμένω και ότι όλο το αεροδρόμιο έχει ελεύθερο wi-fi ακόμη και στις τουαλέτες!

Κατευθύνομαι στο λάουντζ σίγουρη ότι θα πρεπει να περιμένω κάτι αντίστοιχο του αεροδρομίου και παθαίνων σοκ! Καλαίσθητο, μινιμαλ, μοντέρνο, φωτεινό με ωραίους άνετους καναπέδες και πίνακες που σκέφτηκα ότι μάλλον έχω διακτινιστεί κάπου στην Ευρώπη και δεν το έχω καταλάβει.

Πριν επιβιβαστώ και αποχαιρετήσω και τυπικά το Μπακού «των ανέμων» είπα να ρίξω μια ματιά στα χαβιαράκια των duty free, να δοκιμάσω λίγο κατιτίς. Κάποιοι Τούρκοι συνταξιώτες που με είδαν να ψάχνω με ενημέρωσαν ότι δεν υπάρχει, γιατί λεει είναι δυσέβρετο (εμ, βέβαια η Κασπία έχει γίνει η χωματερή Λιοσίων οπότε που να επιβιώσει και η κατακαημένη η μουρούνα για να βγάλει χαβιαράκι) και θα πρέπει να πουλήσεις το σπίτι σου για να το αγοράσεις.

Έτσι έληξε το ταξίδι στο Μπακού, όπου βεβαίως δεν σκοπεύω να επιστρέψω για τα επόμενα 50 χρόνια.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s