Ευθυμογράφημα “Καχραμανάκηδες και Καραμελάκηδες – Κουζουλοί έρωτες στα Κρητικά χώματα” – Κεφάλαιο έκτο (και τελευταίο)

oi

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ – ΠΑΝΤΡΕΥΟΝΤΑΙ ΚΑΛΕΕΕΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!

ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!

Και η μέρα που περίμενε όλη η ανθρωπότητα έφτασε! Οι γάμοι του αιώνα! Ποιος Γουίλλιαμ και Κέιτ, ποιος Χάρυ και Μέγκαν… τρίχες κατσαρές που ονειρεύονται να γίνουν ίσιες. Οι αυτού εξοχότητες Μέλη και Ζανό, κύριοι! Όλα τα άλλα είναι απλώς οδοντρόκρεμες.

Το Κάτω Μυζηθροχώρι, το χωριό της νύφης ντε, όπου θα τελούνταν το ιερόν μυστήριον, δεν θα ξαναματαζούσε ποτέ τέτοια μεγαλεία. Και γι’ αυτό ειχε σημαιοστολιστεί! Είχαν πλυθεί όλοι οι δρόμοι, είχαν ασβεστωθεί όλα τα ντουβάρια και οι αυλές, οι γλάστρες είχαν γίνει σαν τους Κήπους του Λουξεμβούργου στο Παρίσι. Η πλατεία, αν την έβλεπε κανείς, θα νόμιζε ότι περίμενε από στιγμή σε στιγμή την άφιξη του αυτοκράτορα Χιροχίτο και της κυρίας Χιροχίταινας, τουλάχιστον! Μόνο χρυσάφια και μπριλάντια που δεν είχαν βάλει στα δέντρα και στον περιβάλλοντα χώρο.

Από νωρίς είχαν φτάσει στην πλατεία τα όργανα από το Έξω Λαδοχώρι, το χωριό του γαμπρού ντε, για να ενωθούν με τους σύντεκνους μουσικούς του Κάτω Μυζηθροχωρίου και να χαρίσουν ανεπανάλυπτες μουσικές στιγμές στη Μεγαλόνησο.

Και στα δυο χωριά η εικόνα ήταν η ίδια· τα αντικριστά είχαν μπει αξημέρωτα στη σούβλα και οι μακαρονάδες του γάμου και τα γαμοπίλαφα γεμίζαν τσικάλια γιατί είχε να θραφεί ο μισός πληθυσμός της Κρήτης που ήταν καλεσμένος στο γάμο.

Τα ξεροτήγανα, τα καλιτσούνια, οι λαχανόπιτες, βρίσκονταν σε οργιώδη αναβρασμό στα χέρια των κυριών των δύο χωριών, συναγωνιζόμενα ποια θα είναι ωραιότερα και νοστιμότερα. Οι χοχλιοί είχαν μπει στη γραμμή και με στρατιωτική παράταξη έπαιρναν τη θέση μάχης μέσα στα τηγάνια παρέα με τα δενδρολίβανα.

Κάποιοι χοχλιοί λιποτάκτες, είχαν πάρει τον ανήφορο για τα πλακάκια της κουζίνας, αφού κάποιες συντέκνισσες δεν είχαν κλείσει καλά τις κατσαρόλες από βραδύς και το πρωί η κουζίνα είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Οι δυνάμεις πάντως ανασυντάχθηκαν γρήγορα και με ταχύτατες και στρατηγικές κινήσεις την έπεσαν στους λιποτάκτες, τους μπουζούριασαν και τους έστειλαν πίσω στη θέση τους, στα τηγάνια. ≪Πού πας καημένε Καραμήτσο κι εσύ χωρίς εξοπλισμό!≫ — πολύ επαναστάση την έχουνε δει ρε παιδί μου σε αυτή τη χώρα, α πα πα πα!

Ο φούρνοι πίσω από τα πλακόστρωτα δρομάκια, δεξιά των συντριβανιών που στόλιζαν τις πλατείες, εκεί που στρίβει ο δρόμος για να πάει στο σπίτι του παπά και της παπαδιάς, έψηναν από τις τέσσερις τα ξημερώματα τα ψωμιά του γάμου, στολισμένα με περίτεχνες τεχνικές ζυμαριού –κεντάμε λέμε στην πατρίδα, όχι παίζουμε–, τις κουλούρες με το γλυκάνισο, τα περίφημα κρίθινα κρητικά παξιμάδια — τα οποία η Μέλη τα ξεσκίζει όπου τα βρει, φανταστείτε τι έγινε τη μέρα του γάμου της!

Η ρακή δε, έφτανε με βυτιοφόρα, αλλιώς δεν γινόταν. Είχε συζητηθεί και η ιδέα να ναυλόνονταν δεξαμενόπλοια για να γίνει μεταφορά αρκετής και αναγκαίας ποσότητας, αλλά τελευταία στιγμή οι δύο συμπέθεροι τσακώθηκαν με τον Νιάρχο για τα ναύλα και έτσι επελέγη η μεταφορά με βυτιοφόρα. Να είμαστε και σίγουροι ότι θα έφταναν και στην ώρα τους! Γιατί σου λέει, δεξαμενόπλοιο είναι αυτό και θα διασχίσει τη θάλασσα… αν κάτι γίνει, χτύπα ξύλο κούφια η ώρα, μην καταστρέψουμε και τη θαλάσσια περιοχή του Κρητικού πελάγους και αρχίζουν και κάνουν απόβαση στις ακτές του νησιού, μεθυσμένες τσιπούρες και ροφοί, σαν απόγονοι του Ορέστη Μακρή από τον ≪Μεθύστακα≫.

Είναι αλήθεια ότι όλα είχαν οργανωθεί στην εντέλεια. Οι δύο συμπέθεροι δεν είχαν τσιγκουνευτεί σε τίποτε. Τα λάδια των Καχραμανάκηδων έρρεαν άφθονα για να ετοιμαστούν τα καλούδια, ενώ τα γλυκά των Καραμελάκηδων έφευγαν με φορτηγά για να διανεμηθούν σε όλο το νησί, να κεραστούν για τις χαρές των παιδιών τους.

Στο Καχραμαναίϊκο, οι γονείς του γαμπρού είχαν ξυπνήσει πολύ νωρίς. Ο κανακάρης κοιμόταν ακόμη και ροχάλιζε σαν κροταλίας. Η κυρα-Κατίνα είχε βάλει από βραδύς τα γλυκά του γάμου σε μεγάλες κρυστάλλινες πιατέλες και τη ρακή σε κρυστάλλινες καράφες, είχε στολίσει όλο το σπίτι με σεμεδάκια και κεντητά, είχε γεμίσει την αυλή με καρέκλες για τους συγχωριανούς, που θα περνούσαν να της ευχηθούν πριν πάρουν το δρόμο για την εκκλησία και το γάμο στο διπλανό χωριό, και είχε παρατάξει σε συστοιχίες εδάφους εδάφους τις γλάστρες με τους βασιλικούς και τα γεράνια.

Το φουστάνι που θα φόραγε στο γάμο, αναπαυόταν στην ειδική κρεμάστρα στην κρεβατοκάμαρά της. Το είχε αγοράσει στην πρωτεύουσα για να αποφύγει εκπλήξεις τελευταίας στιγμής, του στιλ εμφανιζόμαστε όλες οι κυρίες στο γάμο φορώντας το ίδιο φουστάνι σε διάφορα χρώματα. Εξάλλου, δεν ήταν δυνατόν να της κουνιέται η συμπεθέρα με τις τουαλέτες κι αυτή να εμφανιστεί σαν να πήγαινε επίσκεψη στην κυρα-Φροσούλα στο απέναντι χωριό.

Ο μπαρμπα-Σήφης, όλη αυτή την ώρα, ρούφαγε τον καφέ του, κι εκάνε κι εναν θόρυθο που σου έσπαγε τα νεύρα, σε μια δροσερή γωνιά στην αυλή. Γελούσαν πια και τα μουστάκια του που επιτέλους το όνειρό του, να γίνει αυτός ο γάμος, πραγματοποιόταν.

Βέβαια αλλιώς φανταζόταν τη διαμονή των κανακάρηδων γιου και νύφης πριν το γάμο και αλλιώς του προέκυψε μετά τη συνάντηση με τη μέλλουσα νύφη πριν μερικούς μήνες. Κι αυτό ήταν κάτι που δεν μπορούσε να το χωνέψει. Αλλά έτσι είναι, όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια ο Θεός γελάει και στην προκειμένη περίπτωση αυτή που γέλασε τελευταία ήταν η κυρία Μέλη που με το πείσμα της κατάφερε τον Ζανό να μετακομίσουν μετά το γάμο στην πρωτεύουσα και να ρίξουν μαύρη πέτρα πίσω τους.

Στον αντίποδα, στο Καραμελακαίϊκο, αμφότεροι ο Μανούσος και η Φρειδερίκη ήταν μέσα στη βαβούρα, στις ετοιμασίες και στα νεύρα. Κομμώτριες, ράφτρες, υπηρέτριες, φωνές, όλοι να τρέχουν δεξιά κι αριστερά για να ετοιμάσουν τη Μέλη. Η οποία ήταν και η μόνη εντελώς αναίσθητη σε όλη την ιστορία. Σε αυτό ταίριαζαν με τον Ζανό. Ο ένας τη μέρα του γάμου του ροχάλιζε σαν κροταλίας ενώ όλο το σπίτι είχε ξυπνήσει και ετοιμαζόταν και η άλλη, αφού σηκώθηκε με την ησυχία της έπαιρνε εδώ και μια ώρα το μπάνιο της μέσα σε γάλα γαϊδούρας… η Κλεοπάτρα!

Είχε βάλει και το cd να παίζει στη διαπασών το ≪I am a woman in love≫ με τη Μπάρμπαρα Στρέιζαντ και ήταν αλλού γι’ αλλού.

Μετά από σχεδόν μία ώρα, η κομμώτρια άρχισε απελπισμένη να χτυπά την πόρτα του μπάνιου και να της λέει να κάνει γρήγορα γιατί δεν θα προλάβαιναν ούτε να τα στεγνώσουν τα μαλλιά και θα πήγαινε στην εκκλησία σαν την κατσιβέλα. Μόνο τότε φιλοτιμήθηκε η Μέλη να αφήσει το ρόλο της Κλεοπάτρας και της Στρέιζαντ, να πάρει τα ποδάρια της και να βγει από τη μπανιέρα.

Τυλίχτηκε στο άσπρο της μπουρνούζι, τύλιξε και τα μαλλιά της σε μια πετσέτα και ξεκίνησε για την κρεβατοκάμαρα· να ντυθεί, να χτενιστεί, να μακιγιαριστεί και να πάει να συναντήσει τον ιππότη Ζανό-Ερωτόκριτο από το Έξω Λαδοχώρι.

Αλλά ας δούμε τι ακριβώς είχε γίνει εκείνη την περίφημη μέρα που οι δυο οικογένειες συναντήθηκαν για να επισημοποιήσουν την ένωση των τέκνων τους και να γνωρίσει ο ένας πεθερός τη νύφη κι ο άλλος το γαμπρό.

Αφού λοιπόν η Μέλη και ο Ζανό τα βρήκαν μεταξύ τους, έκοβαν φλέβες ο ένας για τον άλλον και αποφάσισαν να κουκουλωθούν, να μετακομίσουν στην πρωτεύουσα, να κάνουν και καναδυό κουτσούβελα και να ανέβουν τη δύσκολη στράτα της ζωής σπαρμένη από ρόδια και αγκάθια σαν άλλοι Ξανθόπουλος και Βούρτση, αποφάσισαν να το ανακοινώσουν και στα σόγια τους.

Συνεννοήθηκαν να γίνει η ανακοίνωση ένθεν και ένθεν την ίδια μέρα για να αποφευχθούν δράματα, εγκεφαλικά, σκοτωμοί και άλλα τέτοια ευγενή αθλήματα.

Και η μέρα αυτή έφτασε. Ο ουρανός ήταν γαλανός, κάποια ελάχιστα συννεφάκια πηγαινοέρχονταν δεξιά και αριστερά βολιδοσκοπώντας τα έδαφος από κάτω τους, πέντε έξι πουλιά είχαν καθίσει πάνω στο κλαδί μιας ελιάς και σφύριζαν τραγούδια του Ξυλούρη και μερικοί ηλικιωμένοι κάθονταν στο καφενείο της πλατείας του Έξω Λαδοχωρίου και του Κάτω Μυζηθροχωρίου παίζοντας πρέφα. Όλα λοιπόν ήσυχα, αγγελικά πλασμένα.

Η Μέλη σηκώθηκε το πρωί μέσα στην καλή χαρά, τραγουδώντας το ≪Je veux≫ της Zaz προς μεγάλο εκνευρισμό του Μανούσου που δεν μπορούσε να το ακούει. Αλλά σιγά τώρα που θα έδινε σημασία η Μέλη στο τι άρεσε και τι δεν άρεσε στο Μανούσο.

≪Μπονζούρ, ντάντυ≫, τον καλημέρισε μπαίνοντας στην κουζίνα με ένα χαμόγελο μέχρι πίσω από τα αφτιά, δίνοντάς του ένα σβουριχτό φιλί στο μάγουλο.

Ο Μανούσος την λοξοκοίταξε.

≪Είσαι καλά παιδί μου ή να βάλω τις φωνές πρωί πρωί;≫ τη ρώτησε.

≪Είμαι μία χαρά και μόλις ακούσετε εσύ και η μαμά αυτό που θα σας πω θα γίνουμε τρεις χαρές≫, απάντησε εκείνη και έβαλε μια φωνή στην Φρειδερίκη να έρθει στην κουζίνα.

Η Καραμελάκαινα εκείνη την ώρα ήταν στο μπαλκόνι της κουζίνας και έφτιαχνε τη λίστα με τα πράγματα του σούπερ μάρκετ. Μπαίνοντας στην κουζίνα είδε μια Μέλη χαμογελαστή να έχει μπουκωθεί με ένα καλτσουνάκι και έναν Μανούσο να την κοιτάζει λοξά και με το φρύδι ανασηκωμένο.

≪Τι συμβαίνει Μέλη γιατί φωνάζεις;≫, ρώτησε τη θυγατέρα της.

≪Λοιπόν, γονείς, καθίστε και οι δυο, προσδεθείτε, πάρτε βαθιά αναπνοή και ακούστε. Αποφασίσαμε με τον Ζανό να παντρευτούμε. Σε έξι μήνες ακριβώς. Ούτε μέρα λιγότερη ούτε μέρα περισσότερη. Η ημερομηνία έχει αποφασιστεί. Ο γάμος θα γίνει εδώ στο Κάτω Μυζηθροχώρι, εννοείται. Μετά το γάμο θα μείνουμε μια βδομάδα Κρήτη να κάνουμε καμιά βουτιά να μαυρίσουμε και λίγο και κατόπιν θα αναχωρήσουμε για την πρωτεύουσα όπου πλέον θα είναι η μόνιμη κατοικία μας καθώς και εγώ και ο Ζανό σκεφτόμαστε να ανοίξουμε γραφείο των επιχειρήσεών μας εκεί ώστε πλέον να μεγαλώσουν και οι δουλειές μας. Σχετικά με το γάμο και επειδή δεν έχουμε καμία διάθεση να μετατραπεί σε τσίρκο Μεντράνο, θα καλεσθούν μόνο οι κάτοικοι των δύο χωριών. Αυτούς μπορούμε να τους κουλανδρίσουμε τουλάχιστον. Όλοι οι άλλοι να πιούν ξιδάκι να συνέλθουν. Μπορείτε να κεράσετε όλο το νησί με τα ζαχαρωτά μας και να στείλετε μετά το γάμο μπουμπουνιέρα ακόμη και στους κέδρους στο Γαϊδουρονήσι. Αυτάαα, όπως βλέπετε η επιθυμία σας επραγματοποιήθη≫, συμπλήρωσε το μονόλογό της με το ίδιο μελιστάλακτο χαμόγελο η Μέλη και συνέχισε να τρώει το καλτσουνάκι της.

Ο Μανούσος και η Φρειδερίκη είχαν όψη κάποιου που έπαθε νευροκαβαλίκεμα και είχε μείνει στην ίδια θέση για πέντε λεπτά ακίνητος και ασάλευτος. Τουλάχιστον ανέπνεαν! Πρώτη συνήλθε η Φρειδερίκη.

≪Δηλαδή, τώρα μιλάς σοβαρά;≫ ρώτησε την κόρη της λάμποντας.

≪More σοβαρά you die, μάδερ≫, απάντησε η Μέλη συνεχίζοντας να είναι μπουκωμένη με το καλτσούνι.

≪Μάλιστα, δηλαδή τώρα πρέπει να κανονίσουμε και συνάντηση με τους συμπεθέρους να σε γνωρίσουν, να γνωρίσουμε κι εμείς τον Ζανό≫, αποκρίθηκε ο Μανούσος ο οποίος είχε συνέλθει, αλλά συνέχιζε να βρίσκεται σε ένα παράλληλο σύμπαν.

≪Ακριβώς. Ο Ζανό μιλάει κι αυτός με τους γονείς του τώρα και μόλις τελειώσει θα πάρει τηλέφωνο. Μάλλον για το Σάββατο μας βλέπω να συναντιόμαστε όλοι≫, απάντησε η Μέλη και αποχώρησε με μεγαλειώδες ύφος, κουνώντας δεξιά κι αριστερά τις ξανθιές της κοτσίδες.

≪Ρε, γυναίκα, τσίμπα με να δω είμαι ξύπνιος ή ονειρεύομαι≫, είπε ο Μανούσος στη Φρειδερίκη όταν έμειναν μόνοι. ≪Δηλαδή ο διακαής πόθος των δύο οικογενειών θα γίνει πραγματικότητα; Έτσι απλά και αναίμακτα; Και δε μου λες άκουσες κι εσύ αυτό που είπε για να μεγαλώσουν οι δουλειές στην πρωτεύουσα;≫ συνέχισε.

≪Από ότι φαίνεται, χρυσέ μου, έτσι είναι. Ποιος να το φανταζόταν! Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Και γάμος και ανάπτυξη των επιχειρήσεων. Φτύσε στον κόρφο σου, σου λέω!≫ συνέχισε εκείνη χαμογελώντας και προχωρώντας προς το μπαλκόνι για να συνεχίσει να γράφει τη λίστα με τα ψώνια που τώρα θα έπρεπε να αυξηθούν λόγω της Σαββατιάτικης συνάντησης με το σόι του μέλλοντος γαμπρού.

Στο Καχραμαναίϊκο, ο Ζανό ήταν ο πρώτος που κατέβηκε για καφέ στην κουζίνα, εκείνη την ημέρα της περίφημης ανακοίνωσης. Νωρίς νωρίς… δεν κρατιόταν! Έφτιαξε καφέ και περίμενε τους γονείς του να κατέβουν.

Πρώτη κατέβηκε η κυρα-Κατίνα.

≪Τι κάνεις παιδί μου εδώ τόσο νωρίς;≫ τον ρώτησε παραξενεμένη.

≪Περιμένω και τον μπαμπά να έρθει και θα σας πω, μην τα λέω εις διπλούν γιατί είναι και σημαντικά νέα και μπορεί να μου μείνετε και στον τόπο≫, της απάντησε περιπαιχτικά ο Ζανό.

≪Έλα σοβαρέψου≫, τον αποπήρε η Κατίνα προσπαθώντας να μαντέψει τι στο καλό ήθελε να τους πει. Μέχρι να φτιάξει τον καφέ της, είχε κατέβει και ο μπαρμπα-Σήφης.

≪Ζανό, είσαι άρρωστος παιδί μου;≫, τον ρώτησε σαν αντίλαλος της Κατίνας. ≪Τι κατέβηκες αξημέρωτα Σαββατιάτικα;≫.

≪Όπως είπα και στη μαμά έχω να σας ανακοινώσω κάτι πολύ σοβαρό και τελεσίδικο≫, απάντησε ο Ζανό.

≪Ναι, σιγά και σκιαχτήκαμε τώρα≫, τον αποπήρε ο Σήφης και κάθισε να πιεί το καφεδάκι που του είχε ετοιμάσει στο μεταξύ η Κατίνα. ≪Τέλος πάντων για λέγε≫.

≪Λοιπόν, αγαπημένοι μου γονείς, μπορείτε να πετάξετε από τη χαρά σας διότι αποφασίσαμε με τη Μέλη να παντρευτούμε. Ο γάμος θα γίνει στο χωριό της Μέλης σε έξι μήνες ακριβώς. Ούτε μια μέρα περισσότερη ούτε μια μέρα λιγότερη. Το επόμενο Σάββατο θα πάμε στους συμπεθέρους να το επισημοποιήσουμε και ως οικογένεια να γνωρίσετε και τη νύφη. Μετά το γάμο θα μείνουμε μια βδομάδα στην Κρήτη να κάνουμε και κανένα μπάνιο και εν συνεχεία θα αναχωρήσουμε για την πρωτεύουσα όπου και θα εγκατασταθούμε μόνιμα≫, είπε με μια αναπνοή ο Ζανό.

Το φλιτζάνι έφυγε από τα χέρια του μπαρμπα-Σήφη έπεσε στο πάτωμα και έγινε κομμάτια και θρύψαλα στο άκουσμα αυτών των ειδήσεων.

≪Δε μου λες, κανακάρη μου, είσαι εντελώς σχιζοφρενής ή τον παλαβό παριστάνεις; Πρώτον σου είπε κανείς ότι θα ανοίξουμε γραφείο των επιχειρήσεων στην πρωτεύουσα; Δεύτερον ποιος σου είπε ότι εγώ θα δώσω την άδειά μου να μετακομίσετε; Μετά το γάμο θα μείνετε εδώ ο κόσμος να χαλάσει≫, φώναξε θυμωμένος και χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι ο Σήφης.

≪Ηρέμησε καλέ και θα σου έρθει κόλπος≫, προσπάθησε να τον ησυχάσει η Κατίνα και άκουσε κι αυτή τα σχολιανά της.

Ο Ζανό,στο μεταξύ, ήταν τόσο ήρεμος που καταντούσε σκάνδαλο.

≪Άκου, πατέρα, σε αγαπώ σε εκτιμώ, αλλά δεν νομίζεις ότι μου έχεις γίνει στενός κορσές; Ο καημός σου και ο καημός του κυρ-Μανούσου ήταν να παντρευτούμε. Τίποτε άλλο. Λοιπόν, ο γάμος θα γίνει. Από κει και πέρα η Μέλη και εγώ αποφασίζουμε τι θα κάνουμε. Εσείς τουμπεκί ψιλοκομμένο. Και αν δεν σου αρέσει, μπορείς να ξανααναλάβεις την επιχείρηση και εγώ θα βρω ευχαρίστως μια δουλειά στην πρωτεύουσα. Εξάλλου, αυτά ακριβώς που σου λέω λέει αυτή τη στιγμή και η Μέλη στον πατέρα της. Και επειδή όπως λένε και στα μέρη μας, όταν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός τύφλα να ’χει ο πεθερός, εσύ και ο μπαρμπα-Μανούσος δεν έχει να πείτε τίποτε επ’αυτού≫, τον αποστόμωσε –για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του, μη νομίζετε ότι θα το συνέχιζε στο μέλλον– ο Ζανό.

Ο Σήφης και η Κατίνα τον κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα. Έτσι όπως τους την έφερε τους είχε κολλήσει στον τοίχο. Βέβαια ήταν σίγουροι –κούνια που τους κούναγε– ότι ο Μανούσος δεν θα άφηνε ποτέ να γίνει αυτή η επαναστατική μετακόμιση και να χάσει τη θυγατέρα του από κοντά του. Οπότε με ένα βλέμμα συνεννοήθηκαν να συγκατανεύσουν μέχρι το Σάββατο που θα γινόταν η συνάντηση κι εκεί θα ξεκαθάριζαν όλα και θα επανέρχονταν όλοι στα ίσια τους.

≪Λοιπόν, επειδή δεν σκοπεύω να γίνω ρεζίλι στο συμπέθερο με αυτά τα κουλά που σας ήρθε να αποφασίσετε, ένας τρελός εσύ και μία παλαβιάρα η κόρη του, θα δώσω επί του παρόντος τόπο στην οργή. Και το Σάββατο που θα πάμε να επισημοποιήσουμε τους γάμους θα τα πούμε από κοντά με το συμπέθερο και με την άλλη την αλαφροΐσκιωτη τη θυγατέρα του≫, είπε ο Σήφης και αποχώρησε.

Ο Ζανό στο επόμενο τρίλεπτο καλούσε τη Μέλη στο κινητό της.

≪Όλα εντάξει. Το Σάββατο ερχόμαστε να σε ζητήσουμε και επισήμως. Εδώ βέβαια έγινε ο κακός χαμός όταν τους είπα για τη μετακόμιση στην πρωτεύουσα, αλλά δεν έχουν και πολλά περιθώρια. Εσύ τι έκανες;≫ ρώτησε τη Μέλη.

≪Εγώ εδώ τους τα είπα χαρτί και καλαμάρι. Ο πατέρας μου ακόμη προσπαθεί να συνέλθει, η μαμά φτιάχνει ήδη τη λίστα του σούπερ μάρκετ για τις ετοιμασίες του επόμενου Σαββάτου –σιγά που θα καθόταν να σκάσει, άλλο μυαλό παιδί μου αυτή– και εγώ λέω να πάω να κάνω μια βουτιά στην παραλία. Είσαι;≫ του είπε σε εντελώς κουκουρούκου κατάσταση η Μέλη.

Στην παραλία ο Ζανό δεν πήγε γιατί έπρεπε να τελειώσει κάτι οικονομικές μελέτες που είχε πάρει από το γραφείο για το Σαββατοκύριακο…

Και το Σάββατο έφτασε.

Ο γαμπρός και οι γονείς του σημαιοστολίστηκαν, πήραν τις βέρες και το απαραίτητο λουλουδικό παραμάσχαλα και ξεκίνησαν για την έπαυλη Καραμελάκη.

Ο συμπέθερος τους περίμενε στο κεφαλόσκαλο μαζί με τη Φρειδερίκη και τη Μέλη… αγκαλιές, καλωσορίσματα, άντε και η ώρα η καλή και πέρασαν στο σαλόνι.

Ο Μανούσος σέρβιρε τη ρακή και η Φρειδερίκη τα γλυκά.

Η ατμόσφαιρα λίγο αμήχανη αλλά ευχάριστη.

Αυτή που μίλησε πρώτη ήταν η Μέλη.

≪Λοιπόν τι θα λέγατε να ανταλλάζαμε και τις βέρες στα γρήγορα και να περάσουμε στα σχετικά με το γάμο;≫ τους ρώτησε.

Ο Ζανό, ο οποίος ήθελε και εκείνος να τελειώνει όλο αυτό μια ώρα νωρίτερα συμφώνησε.

Ο Μανούσος κι η Φρειδερίκη δεν θεώρησαν κακή την ιδέα και είπαν κι αυτοί με τη σειρά τους ότι η πρόταση ήταν πολύ καλή.

Η Κατίνα δεν μίλησε και κοίταξε το Σήφη ο οποίος με το που άκουσε τη μέλλουσα νύφη του σούφρωσε λίγο τα μούτρα του. Αλλά δεν τόλμησε να πει κάτι, ήταν κι ο Μανούσος εκεί και δεν ήθελε να δυσαρεστηθεί. Κι έτσι μουρμούρισε κι αυτός ένα ≪εντάξει≫ μέσα από το στόμα του.

Ο Ζανό σηκώθηκε από τη θέση του έβγαλε το κουτάκι με τις βέρες και πλησίασε τη Μέλη. Της έβαλε τη βέρα στο δάχτυλο, του έβαλε κι αυτή την άλλη βέρα στο δικό του δάχτυλο, φιλήθηκαν και μέσα σε γονεϊκά χειροκροτήματα και αγκαλιές αρραβωνιάστηκαν οι δύο κληρονόμοι των επιχειρήσεων Καχραμανάκη και Καραμελάκη.

≪Ωραία≫, ειπε η Μέλη, ≪τέλειωσε κι αυτό. Αντε να γίνει κι ο γάμος και να μαζευόμαστε ο κάθε κατεργάτης στον πάγκο του≫, συνέχισε και κάθισε στον καναπέ να πιεί το τζιν τόνικ της — ε, όχι να αρραβωνιαστεί και με ρακή, έλεος!

≪Δεν μου λες, νυφούλα≫, της είπε ο Σήφης βρίσκοντας ευκαιρία, ≪μου είπε ο Ζανό ότι σκέφτεστε να μετακομίσετε μετά το γάμο στην πρωτεύουσα. Σωστά μου τα είπε;≫

≪Α, ναι βέβαια κύριε Ιωσήφ. Το περιμένουμε πώς και πώς. Καλό το χωριό αλλά όπως καταλαβαίνετε κι εσείς έχουμε να μεγαλώσουμε τις επιχειρήσεις και δεν έχουμε καμία όρεξη να μείνουμε εδώ και να είναι όλοι στα πόδια μας≫, του απάντησε εντελώς φυσικότατα η Μέλη.

≪Δεν μου λες, κορίτσι μου, πρώτον τι κύριε Ιωσήφ ήταν αυτό που ξεστόμισες και δεύτερον δεν ξέρετε κι εσύ και ο Ζανό ότι στα μέρη μας όταν το ζευγάρι παντρεύεται μένει πάντα στο σπίτι των πεθερικών του;≫ την ρώτησε με το μάτι να γυαλίζει ο πεθερός της.

≪Δηλαδή πώς θέλετε να σας προσφωνήσω;≫ του είπε η Μέλη που είχε αρχίσει να τα παίρνει άγρια αλλά προσπαθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία της για χάρη του Ζανό.

≪Πατέρα ή μπαρμπα-Σήφη≫, της αντιγύρισε εκείνος.

≪Αγαπητέ μου κύριε Ιωσήφ, πατέρα έχω κι ευχαριστώ δεν θα πάρω άλλον. Μου φτάνει και μου περισσεύει. Όπως και ο Ζανό πατέρα έχει και δεν δέχομαι ούτε γι’ αστείο να προσφωνεί τον πατέρα μου “πατέρα”. Όσο για το μπαρμπα-Σήφης, να με ξανασυγχωρεί η χάρη σας αλλά δεν είναι του επιπέδου μου. Οπότε, ή “κύριε Ιωσήφ” θα σας προσφωνώ ή “κύριε Καχραμανάκη”. Διαλέγετε και παίρνετε. Και όσον αφορά το να μείνω μετά το γάμο στο σπίτι των πεθερικών μου αυτό μόνο ως ανέκδοτο το εκλαμβάνω και γελώ. Καλά, είσαστε αλλού γι’ αλλού εσείς. Εδώ δεν δέχομαι να μείνω στο πατρικό μου που τέλος πάντων είναι ολόκληρη έπαυλη, θα έρθω να μείνω στο σπίτι σας και να είμαστε όλοι σαν τούρκικη σαπουνόπερα;≫, είπε και συνέχισε να πίνει με πλήρη αναισθησία το ποτό της.

Ο Μανούσος γνωρίζοντας την κόρη του και για να προλάβει τον Σήφη να μην πάθει εγκεφαλικό, μπήκε στη μέση να σβήσει τη φωτιά.

≪Ξέρεις, συμπέθερε, εγώ δεν τη βρίσκω κακή την ιδέα των παιδιών να πάνε στην πρωτεύουσα και να ανοίξουμε πανιά και εκεί. Θα μεγαλώσουν οι δουλειές. Κι από δω, από το νησί, αυτό δεν είναι εύκολο να γίνει. Άσε που υπάρχει πιο εύκολα η δυνανότητα εύρεσης συνεργατών για το εξωτερικό. Για σκέψου το και θα δεις ότι έχω δίκιο και είναι προς το συμφέρον όλων μας αυτή η μετακόμιση στην πρωτεύουσα≫, είπε.

Ο Σήφης, ακούγοντας την εμπορική εξήγηση του Μανούσου, άρχισε να ηρεμεί κάπως. Καλή χρυσή και άγια η οικογένεια αλλά μπροστά στις επιχειρήσεις δεν έβαζε τίποτε.

Αυτός ήταν εξάλλου κι ο λόγος που είχε αποφασίσει να κάνει αυτόν το γάμο του Ζανό με την κόρη του Μανούσου. Βέβαια, ήταν έξαλλος με τον τρόπο που του μίλησε η νύφη του και με το στιλάκι της και κάθε φορά που το σκεφτόταν του ερχόταν να την πιάσει από τις κοτσίδες και να την κρεμάσει από το ψηλότερο κλαδί του πλάτανου στην πλατεία.

≪Καλός χαλβάς κι αυτός ο Μανούσος, αφήνει την κόρη του να τον κανει ότι θέλει≫, μουρμούριζε από μέσα του. Βλέποντας ότι δεν μπορούσε να φέρει αντίρρηση στο σοβαρό επιχείρημα που του είχε παραθέσει ο συμπέθερος, συμφώνησε με μισή καρδιά.

Μετά από αυτό, η υπόλοιπη βραδιά κύλησε ήσυχα και πολιτισμένα!

Και η πολυπόθητη μέρα του γάμου που θα ολοκλήρωνε αυτή την κουζουλή ιστορία έφτασε.

Οι καλεσμένοι από τα δυο χωριά είχαν πάρει τις θέσεις τους στην εκκλησία του Κάτω Μυζηθροχωρίου σχεδόν από το πρωί! Είχαν κατέβει ακόμη και οι βοσκοί από τα βουνά, είχαν επιστρέψει ακόμη κι αυτοί που είχαν πάρει άδεια και έλειπαν σε διακοπές στα διπλανά χωράφια.

Οι συγχωριανές της Μέλης, είχαν σχηματίσει πηγαδάκια και είχαν αρχίσει το κουτσομπολιό, πώς είχε ξεκινήσει η ιστορία της γνωριμίας των δύο νέων, πώς οι οικογένειές τους τα είχαν συμφωνήσει αλλά στο τέλος τους την έσκασε ο κυρ-έρωτας και άλλα τέτοια διάφορα.

Περίμεναν όλες να δουν τα σόγια να καταφτάνουν. Ένα τέτοιος γάμος θα έδινε τροφή στο χωριό για τουλάχιστον ένα χρόνο. Δεν τα χάνει κανείς λοιπόν αυτά τα events!

Η Μέλη στο δωμάτιό της, είχε στρογγυλοκαθίσει στην πολυθρόνα και είχε αφήσει την πλούσια ξανθή κόμη της στα έμπειρα χέρια της Διονυσίας της κομμώτριας. Το πιστολάκι δούλευε σαν υστερικό· Οι βούρτσες δίπλωναν και ξαναδίπλωναν τις μπούκλες για να κάνουν τη νύφη να μοιάζει με οπτασία.

Μία ώρα χρειάστηκε η Διονυσία να κάνει ζάφτι όλη την τριχωτή κεφαλή της δεσποινίδος Καραμελάκη. Το αποτέλεσμα άφησε κατευχαριστημένη ακόμη και την ίδια που κι αν είχε κι αν είχε χτενίσει νύφες.

Το λόγο στη συνέχεια είχε η μακιγιέζ. Πήρε τα πινέλα της και τα χρώματά της λοιπόν η δεσποινίς Γρηγορία και άρχισε να μπογιατίζει τη Μέλη σαν να ήταν η Σίντυ Κρόφορντ που θα έβγαινε στην πασαρέλα του Βόγκ. Κάθε τρεις και λίγο της έδειχνε το αποτέλεσμα για να είναι σίγουρη ότι βρισκόταν στο σωστό δρόμο. Σαράντα λεπτά μέχρι να ολοκληρωθεί το σοβάντισμα και το βάψιμο της νύφης.

Την ίδια στιγμή, στην διπλανή κρεβατοκάμαρα, ο Μανούσος και η Φρειδερίκη ντύνονταν για να συνοδεύσουν την κόρη τους στην εκκλησία, στο γάμο του αιώνα.

Ο Ζανό, στο διπλανό χωριό το Έξω Λαδοχώρι, είχε επιτέλους δεήσει να ξυπνήσει και αφού ήπιε γρήγορα τον καφέ του ξαμολήθηκε κι αυτός για να ντυθεί γαμπρός. Ο Σήφης και η Κατίνα ήταν ήδη έτοιμοι και καθόντουσαν στο σαλόνι περιμένοντας τον κανακάρη να εμφανιστεί για να ξεκινήσουν για την εκκλησία. Το αυτοκίνητο θα το οδηγούσε ο ίδιος ο Ζανό. Δίπλα του στο μπροστινό κάθισμα θα στρογγυλοκαθόταν ο Σήφης και πίσω η Κατίνα.

Στο σπίτι της νύφης η προετοιμασία είχε φτάσει στο τέλος της. Η νύφη μόλις είχε φορέσει το κάτασπρο ρομαντικό νυφικό της, είχε βάλει τις ψηλοτάκουνες γόβες της και ετοιμάστηκε να κατέβει στο σαλόνι όπου την περίμεναν οι γονείς της.

Το ζεύγος Καραμελάκη μόνο που δεν έβαλε τα κλάματα όταν είδαν την κόρη τους να ξεπροβάλλει στο πλατύσκαλο με τα νυφιάτικά της. Η Μέλη κατέβηκε με αρχοντικό παράστημα και προχώρησε προς το αυτοκίνητο που την περίμενε έξω από την έπαυλη.

Ο Ζανό στο μεταξύ, είχε ντυθεί και στολιστεί, είχε αρωματιστεί με το αγαπημένο του άρωμα La Terre του Hermes και αφού πήρε την ανθοδέσμη που θα έδινε στη νύφη κατευθύνθηκε κι αυτός προς το αυτοκίνητο. Οι γονείς του είχαν ήδη λάβει θέση.

Πέντε λεπτά αργότερα ξεκινούσαν. Το χωριό της νύφης ήταν είκοσι λεπτά δρόμος με το αυτοκίνητο. Θα έφταναν στην ώρα τους και μόλις ήταν ήδη στην είσοδο της εκκλησίας θα ειδοποιούσε τη Μέλη να ξεκινήσει.

Ολοι οι καλεσμένοι ήταν παρατεταγμένοι σαν φαντάροι της ανακτορικής φρουράς. Όλοι περίμεναν τη νύφη. Ο Ζανό όπως είχε κανονιστεί, πήρε την Μέλη στο κινητό της και της είπε ότι μπορούσε να ξεκινήσει.

Σε λίγο το αυτοκίνητο με τη νύφη έφτανε στο ναό. Η πίσω πόρτα άνοιξε και μια λευκή, ξανθιά οπτασία ξεπρόβαλλε. Ο Μανούσος βοήθησε την κόρη του να κατέβει, η

Φρειδερίκη της έστρωνε την ουρά του νυφικού της και μόλις όλα ήταν εντάξει ξεκίνησαν να ανεβαίνουν τα σκαλιά της εκκλησίας για να παραδώσουν την κόρη τους στο γαμπρό που την περίμενε γελαστός και καμαρωτός σαν γύφτικο σκεπάρνι έχοντας στο πλάι του τους γονείς του.

Ο Μανούσος φτάνοντας δίπλα στο γαμπρό, φίλησε την κόρη του στο μέτωπο και την παρέδωσε στον Ζανό ο οποίος της πρόσφερε την γαμήλια ανθοδέσμη, την έδωσε ένα πεταχτό φιλί –μην χαλάσουμε και το μακιγιάζ, μια ώρα την έβαφαν– και ξεκίνησαν για το εσωτερικό του ναού όπου σε λίγη ώρα θα ξεκινούσε η καινούργια τους ζωή.

 

Τ   Ε   Λ   Ο   Σ

 

About Efterpi Verigaki

Γυρίζουμε, ανακαλύπτουμε, φωτογραφίζουμε, γράφουμε, σατυρίζουμε και σχολιάζουμε! ⏩ 📷 All photos by me 📷 ⏪
Gallery | This entry was posted in Εύθυμες γραφές and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s