Ευθυμογράφημα “Καχραμανάκηδες και Καραμελάκηδες – Κουζουλοί έρωτες στα Κρητικά χώματα” – Κεφάλαιο πέμπτο

oi

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ – ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΖΑΝΟΜΕΛΗΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Την ημέρα που ολοκληρώθηκε ο κύκλος των έξι μηνών για να αποδείξουν την επαγγελματική τους αξία οι γόνοι των δύο οικογενειών, ο Σήφης και ο Μανούσος συναντήθηκαν για να δουν πώς θα συνεχίσουν με το γάμο. Το χαβά τους αυτοί! Ονειρεύονταν κουφέτα, παπάδες και εγγονάκια.

Είχαν και οι δύο απτά αποτελέσματα επιτυχίας των βλασταριών τους, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε ούτε να βρούν κάτι για να τους πάρουν από τα μούτρα, οπότε θα επέλεγαν τη διπλωματική οδό.

Ο Σήφης ήξερε ότι ο γιος του, μπορεί να του πήγαινε κόντρα σε διάφορα, αλλά ήταν άντρας και δεν θα τον έκανε ρεζίλι. Ο Μανούσος από την άλλη, δεν έκοβε και το κεφάλι του ότι η Μέλη, όσο κι αν τη φοβέριζε με διάφορα, δεν θα του έφερνε καμία κεραμίδα στο κεφάλι και άντε μετά να μαζευόντουσαν όλοι. Βέβαια, αυτά μόνο στη Φρειδερίκη τα εξομολογούνταν γιατί είχε και μια περηφάνια. Φανταστείτε να τα έλεγε έτσι στο Σήφη! Θα γύρναγε ο συμπέθερος και θα τον φασκέλωνε με χέρια και με πόδια για την κοντέσσα Βαλέραινα που μεγάλωσε.

Η ώρα της συνάντησης έφτασε για τους δύο συμπέθερους. Ως τόπος είχε επιλεγεί ένα ρακάδικο σε ένα απόμερο δρομάκι για να έχουν την ησυχία τους αλλά και να μην τους δει κανένας γνωστός και τους κατσικωνόταν να πιει μαζί τους ρακή και δεν μπορούσαν να συζητήσουν.

≪Λοιπόν, Σήφη≫, ξεκίνησε ο Μανούσος, ≪όπως καταλαβαίνω από ότι έμαθα και ο δικός σου κανακάρης και η δικιά μου η λεγάμενη, τα κατάφεραν μια χαρά στα διοικητικά των επιχειρήσεών μας. Και αυτό βέβαια επαγγελματικά είναι εξαιρετικό γιατί έτσι ξέρουμε ότι έχουμε άξιους συνεχιστές, από την άλλη όμως θα πρέπει να δούμε πώς θα προχωρήσουμε με το γάμο. Νομίζω ότι καλό θα ήταν να δώσουμε εκεί ένα λόγο ώστε να μην μας κρεμάσουν κουδούνια στο χωριό ότι οι δυο τους βλέπονται πίσω από την πλάτη μας, να γνωριστούμε και καλά εγώ με το γιο σου και μέλλοντα γαμπρό μου κι εσύ με την κόρη μου και future νύφη σου και με μαλακό τρόπο –αφού ξέρουμε ότι τουλάχιστον συμπαθεί ο ένας τον άλλο σε επίπεδο ανθρώπινο και πολιτισμένο– να τους προτρέψουμε να αρχίσουν να συναντώνται. Και για να το πετύχουμε αυτό, σκέφτηκα έναν τρόπο που δεν θα μπορέσουν να αρνηθούν αφού πρόκειται για καθαρά επαγγελματική κίνηση που είναι προς όφελος όλων μας. Θα τους ανακοινώσουμε ότι οι επιχειρήσεις Καραμελάκη, στο εξής, θα προμηθεύονται αγνό παρθένο λάδι για τα γλυκά τους από τις επιχειρήσεις Καχραμανάκη και ότι θα πρέπει να συζητηθούν τα σχετικά, τα οποία θα τα αναλάβουν ο Ζανό και η Μέλη. Πώς σου φαίνεται η ιδέα μου;≫

≪Πολύ σοφή ιδέα, μαθές, σύντεκνε. Ετσά κανείς τους δεν μπορεί να αρνηθεί. Και συμφωνώ ότι καιρός είναι να γνωριστούμε και με τους μελλοντικούς in-law μας να ξέρουμε ρε παιδί μου τουλάχιστον πώς είναι η φωνή τους. Κι εσύ έχεις να δεις το γιο μου τόσα χρόνια αφού έλειπε για τις σπουδές του στην πρωτεύουσα, αλλά κι εγώ το ίδιο την κόρη σου≫, συμπλήρωσε ο μπαρμπα-Σήφης. ≪Πάντως, ρε Μανούσο, τόσα χρόνια συνέπεσαν κι οι δυο τους στην Αθήνα, πώς στα κομμάτια δεν συναντήθηκαν ποτέ;≫ αναρωτήθηκε.

Εδώ ο Μανούσος δεν απάντησε, αλλά σκέφτηκε, ≪καλύτερα γιατί αν γνώριζε τις κουλαμάρες της φοιτήτριας Μέλης ούσα φοιτήτρια κάλλια θα το ’χε να κάνει χαρακίρι ο δόλιος ο Ζανό παρά να την παντρευτεί≫.

Αφού, τα συμφωνήσαν μεταξύ τους, πήραν το δρόμο της επιστροφής για να ανακοινώσουν ο καθείς εκατέρωθεν, στους παλαβούς των οικογενειών τους τα δρώμενα και για το τι πρόκειται να γίνει από δω και πέρα.

Βέβαια, ο Μανούσος και η Φρειδερίκη ήξεραν την κόρη τους καλά και γνώριζαν πώς να την κουλαντρίσουν στις παλαβομάρες της και ό,τι κουλό της ερχόταν στο μυαλό. Αυτοί που θα πάθαιναν το ταράκουλο της ζωής τους ήταν ο Σήφης και η Κατίνα. Αυτοί, και κυρίως αυτός, περίμεναν μια νύφη που μόλις έμπαινε στο σπιτικό των πεθερικών της, θα γινόταν αρνάκι και στην ουσία κουμάντο θα έκανε ο πατριάρχης του Καχραμαναίικου και η κυρά Κατίνα ως πεθερά και μητέρα του κανακάρη.

Αμ, δεν ξέρατε καλά μου γεροντάκια, δεν ρωτάγατε τουλάχιστον και κανέναν να έχετε και μια ακόμη γνώμη για το τι εστί Μέλη Καραμελάκη! Όταν θα το ανακάλυπταν, ίσα που θα γλίτωναν και οι δυο και το διπλό εγκεφαλικό και το χαρακίρι με το χατζάρι του παππού από την περίοδο της Κρητικής Επανάστασης που φύλαγαν ως κειμήλιο! Πού να το φανταζόντουσαν ότι μια μέρα θα έφτανε η ώρα για ιδία χρήση!

Ο Σήφης έφτασε σπίτι φουριόζος. Η Κατίνα καθάριζε μπάμιες εκείνη την ώρα.

≪Λοιπόν, γυναίκα, έκλεισε. Τα συμφωνήσαμε με το συμπέθερο πώς θα γίνει να κάνουμε τα κοπέλια μας να αρχίζουν να συναντιούνται και να τελειώνει αυτή η υπόθεση γιατί μου έχουν γίνει τα νεύρα κρόσια. Επίσης ετοιμάσου για επίσημη επίσκεψη στο Καραμελακαίϊκο για να δώσουμε λόγο.

Είπαμε με το Μανούσο να το κάνουμε αυτό για να μην μας πιάσει και το χωριό στο στόμα του με τα καπρίτσια των κανακάρηδών μας≫, είπε ο Σήφης στην Καχραμανάκαινα.

≪Ώστε τελικά όλα μπαίνουν σε ένα δρόμο… άντε καιρός ήτανε πια. Τώρα πρέπει να γνωρίσουμε και τη νύφη. Ε, στο σπίτι μας θα μπει καλό είναι να την έχουμε από κοντά≫, συμπλήρωσε η Κατίνα.

≪Ε, ναι, ντε. Να μαθαίνει σιγά σιγά τα κατατόπια του σπιτιού, αφού μαθές εδώ πια θα μείνουν μετά το γάμο≫, συνέχισε ο μπαρμπα-Σήφης.

Το ξανάπαμε όμως, όταν ο Σήφης έκανε σχέδια ο Θεός γέλαγε και τον φασκέλωνε από κει ψηλά μουρμουρίζοντας ≪καλά μη φας, έχουμε γλαρόσουπα για το βράδυ≫!

Ευχαριστημένος από τα γεγονότα της μέρας, ο Σήφης αποσύρθηκε στα ιδιαίτερα διαμερίσματά του να ξεκουραστεί. Καλά τα συμπεθεριά αλλά και η σιέστα σιέστα. Τον τελευταίο καιρό τα κόκαλά του έτριζαν σαν ξεχαρβαλωμένος σουμιές από κρεβάτι.

Η Κατίνα εν τω μεταξύ, είχε ήδη ξεκινήσει να σχεδιάζει στο κεφάλι της –άλλη κι αυτή– αυτά που θα έπρεπε να ορμηνεύσει τη μέλλουσα νύφη της σχετικά με τον Ζανό. Τι φαγητά του αρέσουν, πώς τα τρώει, πού βάζει τα ρούχα του και γενικά όλες τις δουλειές της κουζίνας ώστε να αρχίζει να ενσωματώνεται στη νέα της ζωή.

Η Κατίνα, μακριά νυχτωμένη, μέχρι και πώς θα πέρναγαν τα πρωινά με τη νύφη της καθόταν και σχεδίαζε. Καφεδάκι, κουτσομπολιό, καμιά βόλτα στη γειτονιά. Αυτή το είχε δεδομένο ότι η νύφη μετά το γάμο δεν θα συνέχιζε βέβαια να εργάζεται στις επιχειρήσεις του πατέρα της αφού όλα αυτά θα τα αναλάμβανε ο Ζανό μαζί με τα δικά τους. Εντελώς πυροβολημένη η πεθερά, δηλαδή!

Και χαμένη μέσα σε όλα αυτά τα σχέδια –που αν τα ήξερε η Μέλη θα πέρναγε για δεύτερη φορά στη ζωή της ανεμοβλογιά και ιλαρά–, σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην κουζίνα να πλύνει τις μπάμιες. Θα τις μαγείρευε με κοτόπουλο. ≪Έπρεπε να πάρω λίγες παραπάνω, λίγες βγήκαν τελικά≫, σκέφτηκε την ώρα που τις έπλενε. Καθένας με τον μαγειρικό του πόνο!

Ο Ζανό επέστρεψε από το γραφείο, λίγη ώρα πριν βγει το φαγητό από το φούρνο. Πείναγε σαν λύκος και δεν έβλεπε την ώρα να καθίσει στο τραπέζι. Βέβαια, την όρεξη θα του την έκοβε ο πατέρας του με τα νέα που του έφερνε, αλλά αυτό ήταν αναγκαίο κακό.

≪Ζανό, για κάτσε να πούμε δυο κουβέντες για το ζήτημα του συνοικεσίου να κλείσουμε κι αυτό το θέμα≫, τον πήρε αμέσως από τα μούτρα ο πατέρας του μολις τον είδε.

≪Έλα, ρε μπαμπά, άσε με βραδιάτικα κι αύριο μέρα του Θεού είναι≫, του απάντησε βαριεστημένα ο Ζανό.

≪Άχου και δεν με ενδιαφέρει κι αν είναι του Θεού ή του διαβόλου η μέρα αύριο≫, τον αποστόμωσε ο μπαρμπα-Σήφης κάνοντάς του νόημα να παλουκωθεί χωρίς πολλές κουβέντες, και συνέχισε ≪Όπως ξέρεις, σήμερα συναντηθήκαμε με το συμπέθερο. Τα είπαμε και συμφωνήσαμε ότι μιας και όλα πήγαν κατ’ευχή με την επαγγελματική σας πρακτική και εσένα και της κόρης του, και πλέον έχετε μάθει και οι δυο όλα τα κατατόπια της δουλειάς και πώς να κινείστε για να αυξήσετε την παραγωγή, καιρός είναι να ενώσουμε εκτός από τις φαμίλιες μας και τις επιχειρήσεις μας. Έτσι θα συνεργαστούμε προμηθεύοντας τις επιχειρήσεις Καραμελάκη με αγνό παρθένο λάδι για τα γλυκά τους από τις επιχειρήσεις Καχραμανάκη. Τα σχετικά προς συζήτηση και τα συμβόλαια και όλα θα τα αναλάβετε εσύ και η Μέλη. Επίσης θα δώσουμε και ένα λόγο μεταξύ μας για να μπορούμε να βγαίνουμε στο χωριό με καθαρό κούτελο και όχι να μας δαχτυλοδείχνουν αφού όλοι ξέρουν ότι θα συγγενέψουμε πια. Έτσι μπορείτε να βγαίνετε με τη Μέλη όποτε θέλετε και πιο μετά θα κανονίσουμε και τους αρραβώνες≫.

≪Καλά, ρε μπαμπά, πριν αποφασίσεις τις επαγγελματικές ενώσεις δεν μπορούσες να μου το πείς; Εγώ μπορεί να είχα κάποια άλλη ιδέα≫, του αντιγύρισε ο Ζανό με νεύρα.

≪Καλά, εσύ παιδί μου είσαι εντελώς κουκουρούκου. Άκου να σου πω Ζανό, εσύ μπορεί να έχεις ό,τι ιδέες θέλεις αλλά το τελικό κουμάντο στην επιχείρηση το έχω εγώ. Το ότι έκανες μια επιτυχημένη πρακτική και κάποιες επιτυχημένες κινήσεις δεν σημαίνει ότι έγινες και ο Ωνάσης. Σιγά που θα σου ζητήσω και την άδεια!≫, τα πήρε στο κρανίο ο Σήφης και άρχισε να φουντώνει.

≪Και για πότε κανονίστηκε το ραντεβού για να συζητήσουμε τα επιχειρησιακά;≫ συνέχισε ο Ζανό χωρίς να δίνει σημασία σε αυτά που του έλεγε ο Σήφης.

≪Σε μια βδομάδα≫, απάντησε ο πατέρας του. ≪Ο Μανούσος θα ενημερώσει κι αυτός σήμερα το βράδυ την κόρη του και έτσι την άλλη βδομάδα θα βρεθούμε να υπογράψουμε τα συμβόλαια και μετά κανονίζουμε και μια μέρα να δώσουμε λόγο και τελειώσαμε. Προς το παρόν≫, συμπλήρωσε ο Σήφης για να κάνει σαφές ότι αυτό είναι το πρώτο βήμα και έπεται το δεύτερο που είναι ο αρραβώνας.

≪Μάλιστα. Καλώς. Επειδή τώρα πεινάω ας πάμε να φάμε το κοτόπουλο με τις μπάμιες της μάνας και τα υπόλοιπα τα βλέπουμε αύριο≫, πρότεινε ο Ζανό και κατεύθυνθηκε προς την κουζίνα.

Ο Μανούσος, δεν βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι του. Εξάλλου ούτε η Μέλη θα είχε γυρίσει ακόμη από το γραφείο, και την ήθελε εκεί παρούσα, αλλά ούτε και η Φρειδερίκη τέτοια ώρα θα ήταν εκεί. Είχε να πάει στην ξαδέρφη του την Ευγενία για να διαλέξουν κουρτίνες και σίγουρα θα καθυστερούσε.

Περπατώντας μέσα από τα σοκάκια, βγήκε στην πλατεία.

Σκέφτηκε κάποια στιγμή να κάτσει στο καφενείο να ξαναπιεί μια ρακή με τους σύντεκνους, αλλά δεν ήθελε κιόλας να αρχίσουν να τον ρωτάνε για το συνοικέσιο. Το ’χε γρουσουζιά να μιλάει πριν ακόμη δώσουν όλοι τα χέρια και ησύχαζε το κεφάλι του.

Έτσι έκανε στροφή και ξαναπήρε πάλι το δρόμο για το αρχοντικό του.

≪Δεν βαριέσαι, τελικά καλύτερα σπίτι να βάλω και μια ρακή να την πιω με την ησυχία μου, να ηρεμήσω λίγο πριν πλακώσει το γυναικομάνι και με βγάλει ως συνήθως έξω από τα ρούχα μου≫, μουρμούρισε από μέσα του ανεβαίνοντας τα σκαλιά του σπιτιού.

Επιστρέφοντας, μια ώρα περίπου μετά, η Φρειδερίκη κατευθύνθηκε στο σαλόνι, όπου βρισκόταν ο άντρας της και διάβαζε αθλητική εφημερίδα, περίεργη να μάθει τι είχε ειπωθεί στη συνάτηση με τον Σήφη.

≪Λοιπόν, Μανούσο, τι έγινε με το συμπέθερο;≫ ρώτησε.

≪Γυναίκα, όπως τα είχαμε συμφωνήσει έτσι κι έγινε. Ο συμπέθερος συμφώνησε με την ιδέα και τώρα μένει να μπει σε εφαρμογή το σχέδιο για να αρχίσουν να συναντιούνται τα κοπέλια γιατί πολύ καιρό έμειναν χωριστά και όπως λένε εδώ στον τόπο, μάτια που δεν βλέπονται ξέρεις τι παθαίνουν. Φτου φτου να φτύσω τον κόρφο μου≫.

≪Α, εξαιρετικά άρα τώρα δεν μένει παρά να το πούμε στη Μέλη και να ορίσουμε ημερομηνία για το λογοδόσιμο≫, συνέχισε η Φρειδερίκη.

≪Έτσι, ακριβώς≫, είπε ο Μανούσος και ξαναγύρισε στην εφημερίδα που διάβαζε.

Όταν μπήκε η Μέλη στο σπίτι, ο Μανούσος βρισκόταν στην προτελευταία σελίδα της εφημερίδας του και διάβαζε για τον ΟΦΗ και την καταπληκτική πορεία του εκεί στα 1996-97 με το Νίκο Νιόπλια που δεν τον ήθελε ο Παναθηναϊκός κι έτσι πήρε τα μπαγκάζια του και πήγε στην ηρωική Μεγαλόνησο και έτσι ο ΟΦΗ τερμάτισε 3ος στο πρωτάθλημα εκείνης της χρονιάς ξεφτυλίζοντας το Τριφύλλι –εδώ συμπάσχει η συγγραφέας λόγω ≪πρασινάδας≫– που τερμάτισε 5ο και καταϊδρωμένο και έμεινε έξω από το Κύπελο UEFA. Το τι είχε γίνει τότε στο νησί, γι’ αυτή την επιτυχία του ΟΦΗ δεν περιγράφεται. Μπαλωθιές απ’ άκρη σ’ άκρη, ρακή έρεε άφθονη και τα αντικριστά έπαιρναν κι έδιναν. Αχ, πραγματικές days of glory!

≪Γεια σου ντάντυ, τι κανεις;≫ χαιρέτησε τον πατέρα της η Μέλη μπαίνοντας στο σαλόνι. ≪Είμαι κομμάτια σήμερα. Καλά, ρε ντάντυ, πώς στα κομμάτια το έκανες αυτό το πράγμα τόσα χρόνια; Πολύ μαζόχας όμως ήσουν να το ξέρεις≫, συνέχισε η

Μέλη πέφτοντας φαρδιά πλατιά στην πολυθρόνα δίπλα στο μικρό σεκρετέρ του 19ου αιώνα της προγιαγιάς της μάνας της που το είχε φέρει η Φρειδερίκη από την πρωτεύουσα όταν παντρεύτηκε τον ντελικανή της Κρήτης.

≪Εμ, τι νόμιζες κυρία Μέλη έτσι γίνονται οι περιουσίες! Θέλει να βάλεις κάτω τον πισινό σου να βγάλει φωτιές≫, απάντησε ειρωνικά ο Μανούσος χωρίς να σηκώσει κεφάλι από την εφημερίδα.

≪Άσε μας, ρε ντάντυ, επειδή εσύ είσαι πυροβολημένος με τη δουλειά νομίζεις ότι όλος ο κόσμος έτσι είναι. Έχω σχέδια εγώ για τις επιχειρήσεις και δεν πρόκειται να γίνω σκλάβος μέσα στα αλεύρια και τα βούτυρα για τα κουλουράκια. Αλλά αυτά θα τα πούμε εν καιρώ≫, συμπλήρωσε με ύφος σαρανταπέντε καρδιναλίων η Μέλη και σηκώθηκε να πάει να αλλάξει και να ετοιμαστεί για το δείπνο.

≪Άκου θυγατέρα τώρα που θα κατέβεις έχουμε να συζητήσουμε για το γνωστό θέμα και να σου ανακοινώσω τι αποφασίσαμε με το συμπέθερο≫, της πέταξε ο Μανούσος την ώρα που αποχωρούσε.

≪Ωχ, καημένε κι εσύ και οι εμμονές σου≫, μουρμούρισε η Μέλη και ανέβηκε στα ενδώτερα.

Μετά από μισή ώρα η οικογένεια Καραμαλάκη ήταν καθισμένη στο τραπέζι για το δείπνο. Η Φρειδερίκη είχε φτιάξει κολοκυθόσουπα για πρώτο πιάτο και κοκκινιστό με μανιτάρια και κριθαράκι για κυρίως. Ως επιδόρπιο είχε επιλέξει να ετοιμάσει μια φρουτοσαλάτα περιχυμένη με λίγο κονιάκ και καστανή ζάχαρη.

Μπορεί η Φρειδερίκη να είχε μετακομίσει στην επαρχία και να μην είχε τον αστικό κύκλο γνωστών της Αθήνας, αλλά στο σπίτι της εννοούσε να κρατά το επίπεδο της καταγωγής της και δεν σήκωνε κουβέντα. Αυτό το είχε ξεκαθαρίσει στο

Μανούσο από την πρώτη στιγμή. Στην κουζίνα και στο σαλόνι της δεν επρόκειτο ποτέ να μπει κανένα σιχαμένο αρνί, γουρούνι και κατσίκι ακόμη κι αν αυτό ήταν αιτία χωρισμού.

Επίσης ο Μανούσος να έβγαζε οριστικά από το μυαλό του ότι θα συνέχιζε να έχει στο μενού του οτιδήποτε φρικαλέα βρομερό, τύπου σκορδαλιάς, τζατζικιού, λουκάνικων, τσικνιστών και άλλων παρόμοιων φαιδρών και ελεεινών γεύσεων. Αυτά μπορούσε να τα τρώει στα ρακάδικα και στις ταβέρνες. Το μόνο ≪λαϊκό≫ που καταδεχόταν να έχει στο τραπέζι της η Φρειδερίκη ήταν η ρακή. Ήξερε ότι αν επέμενε να εξαφανιστεί αυτή ειδικά θα γινόντουσαν μπίλιες με το Μανούσο και θα έτρωγαν τα μουστάκια τους. Έτσι έπεισε τον εαυτό της να κάνει ένα μικρό συμβιβασμό. Και μη νομίζετε ότι η Φρειδερίκη χαμπάριαζε από τις φωνές και τις απειλές του Μανούσου πάνω στα διατροφικά ζητήματα. Ουχί. Ο Μανούσος κουμάντο στις δουλειές του και αυτή στις δικές της. Και το σπίτι και τα περί αυτού ήταν αποκλειστικά δική της ευθύνη. Τελεία και παύλα.

Τώρα το ότι ο Μανούσος έδινε άλλη εικόνα προς τα έξω για να μην τον πουν μπουνταλά και χαλβά, ήταν άλλου παπά ευαγγέλιο. Πουλ μουρ, που λένε και στο χωριό του για να κρατάει τα προσχήματα.

≪Λοιπόν, Μέλη, για να μην μακρηγορούμε γιατί πεινάω πολύ και δεν έχω όρεξη για πολλές κουβέντες, συμφωνήσαμε με το συμπέθερο να ενώσουμε τις επαγγελματικές μας δυνάμεις και να δώσουμε νέα ώθηση στις επιχειρήσεις μας. Ο Σήφης Καχραμανάκης θα γίνει ο αποκλειστικός μας προμηθευτής ελαιολάδου για τα γλυκά μας. Οπότε από αύριο επικοινωνείς με τον Ζανό και ξεκινάτε τα διαδικαστικά για την υπογραφή των συμβολαίων και των νέων κινήσεων που πρέπει να γίνουν για παραγγελίες και λοιπά≫, ενημέρωσε μονοκοπανιάς ο Μανούσος τη θυγατέρα του.

Και επέστρεψε στο πιάτο του κάνοντας μια βασιλική παπάρα μέσα στη σάλτσα του κοκκινιστού, κάνοντας την Φρειδερίκη να θέλει να του πετάξει την κανάτα του νερού στο κεφάλι — Όχι ότι θα το έκανε δηλαδή, σιγά μη χαραμίσει την κρυστάλλινη καράφα Βοημίας για το ξερό κεφάλι του Μανούσου!

≪Χαχαχαχα≫, άρχισε να γελά η Μέλη μόλις τον άκουσε. ≪Με δουλεύεις, έτσι;≫ τον ρώτησε σίγουρη ότι αστειευόταν.

≪Με βλέπεις να γελάω;≫ της απάντησε μουτρωμένος ο Μανούσος.

≪Καλά, είσαι σοβαρός ή να βάλω τις φωνές, ρε μπαμπά; Και από πού κι ως πού αποφάσισες έτσι; Εγώ δεν παίζω κανένα ρόλο εδώ μέσα, το κερατό μου; Εργάζομαι ή δεν εργάζομαι ως ισότιμη στις επιχειρήσεις;≫ συνέχισε η Μέλη έχοντας κοκκινίσει μέχρι τα αφτιά από τα νεύρα της και κυρίως που της έκοψε την όρεξη με αυτές τις μαλακίες που της έλεγε.

≪Άκου, θυγατέρα, τις φωνές στους φίλους σου. Όταν μιλάς στον πατέρα σου θα έχεις άλλο τόνο, κατάλαβες; Και όπως δήλωσα και πιο πριν δεν το συζητώ περαιτέρω. Το θέμα έληξε. Αύριο κανονίζεις συνάντηση με τον Ζανό και αρχίζετε να οργανώνετε τα σχετικά της συνεργασίας. Με το συμπέθερο συνεννοηθήκαμε ότι μέσα σε μια βδομάδα θα πρέπει όλα να έχουν ολοκληρωθεί. Ο Σήφης θα ενημερώσει κι αυτός σήμερα το βράδυ το γιο του. Επίσης, επειδή πλέον έχουμε γίνει ολίγον από βούκινο και στο χωριό κι εγώ αυτά δεν τα σηκώνω, μετά την υπογραφή των συμβολαίων θα κανονίσουμε μια μέρα να δώσουμε και ένα λόγο και τελειώσαμε… προς το παρόν. Όβερ≫, συμπλήρωσε ο Μανούσος για να κάνει σαφές κι αυτός, όπως και ο Σήφης στο γιο του, ότι αυτό είναι το πρώτο βήμα και έπεται το δεύτερο — βλέπε αρραβώνας και γάμος. Και καταπίνοντας ένα μανιτάρι που μόλις είχε συλλάβει με το πιρούνι του, έκλεισε τη συζήτηση.

Η ατμόσφαιρα στο τραπέζι μετά από αυτό, μπορεί κανείς πολύ εύκολα να φανταστεί πώς ήταν· Η Μέλη έτοιμη να εκραγεί και να φάει τις μακριές ξανθιές κοτσίδες της, ο Μανούσος στην καρακοσμάρα του να συνεχίζει τις παπάρες στη σάλτσα και να πίνει τη ρακή του και η Φρειδερίκη να παρακολουθεί με το δεξί φρύδι υψωμένο.

Και η καινούργια μέρα κάτω από τον κρητικό ουρανό ξημέρωσε.

Στο Καχραμαναίϊκο και στο Καραμελακαίϊκο, ο Ζανό και η Μέλη ετοιμάζονταν για τη μέρα που θα τους άλλαζε τη ζωή. Βέβαια, και οι δυο μέσα στα μούτρα, μετά από όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ με τους πατεράδες τους και τις περίφημες ιδέες τους για συνεργασία.

Ο Ζανό έπινε τον καφέ του σιωπηλός και απέφευγε να ανοίξει οποιαδήποτε συζήτηση με τους γονείς τους που τον κοιτούσαν με μισό μάτι από την άλλη μεριά της κουζίνας.

≪Δεν μου λες, Ζανό παιδί μου, θα μας τα πρήζεις για πολύ ακόμη με αυτά τα μούτρα; Ούτε εγώ ούτε η μάνα σου έχουμε όρεξη πρωινιάτικα να μπαίνουμε στην κουζίνα να πιούμε τον καφέ μας και να συναντάμε τη Μεγάλη Παρασκευή μεταμορφωμένη σε χωριάτισσα μοιρολογίστρα από μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη. Άντε μη σου πω τίποτε για τον πατέρα σου!≫ γρύλισε ο Σήφης στον κανακάρη του.

Ο Ζανό προσπαθούσε να επιβληθεί και να μην αρχίζει να σιχτιρίζει κι αυτός.

Η κυρα-Κατίνα, ατάραχη, είχε αφοσιωθεί στο νεροχύτη πλένοντας τις αγκινάρες για το μεσημεριανό και ρουφώντας που και που μια τζούρα από τον καφέ της.

Η Μέλη πάλι, κατέβηκε για το πρωινό με διάθεση κάτι μεταξύ ≪Rambo-First blood≫ και ≪Terminator-I’ll be back≫.

Μέσα στα μούτρα και τη μουρμούρα. Πέταξε μια μισή ξερή καλημέρα και έβαλε καφέ στο φλιτζάνι της.

Η Φρειδερίκη που δεν χαμπάριαζε από τέτοιες αγενείς συμπεριφορές γύρισε προς το μέρος της και με ύφος που δεν σήκωνε καμια αντίρρηση της είπε: ≪Άκου, κυρία Μέλη, για να είμαστε ξηγημένες. Την επόμενη φορά που θα κατέβεις με τέτοια μούτρα για πρωινό και με τέτοια συμπεριφορά θα φας ανάποδη που θα κολλήσεις στο ψυγείο σαν το μαγνητάκι από την Πράγα που μας έφερε η ξαδέρφη μου η Μελπομένη. Χλαπάκιασε τώρα το πρωινό σου, ντύσου στολίσου και ξεκουμπίσου για το γραφείο. Ο πατέρας σου θέλει σε μια βδομάδα όλα να είναι έτοιμα. Και θα είναι, κατάλαβες; Α, και κάτι ακόμη που σκέφτηκα χθες. Επειδή μια τέτοια συμφωνία δεν είναι μικρό πράγμα θα πρέπει να γιορταστεί και ανάλογα. Γι’ αυτό, προτείνω –και εδώ γύρισε να κοιτάξει τον άντρα της– να κάνουμε μια γιορτή. Ως μέρος έχω σκεφτεί το παραθαλάσσιο ξενοδοχείο κάτω στην πόλη που είναι και ενός επιπέδου. Οπότε, κανόνισε κι αυτό Μέλη όταν συναντηθείτε με τον Ζανό≫, συνέχισε η Φρειδερίκη κοιτώντας χαμογελαστή την κόρη της που κόντευε να πνιγεί μέσα στο μπολ με το γάλα και τα κορν φλέικς.

Ο Μανούσος όλη αυτή την ώρα δεν είχε βγάλει άχνα. Έπινε τον καφέ του και συνέχιζε να διαβάζει ότι του είχε διαφύγει στην εφημερίδα που ξεφύλλιζε χθες. Δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά ήταν μια πολύ ωραία α τμόσφαιρα!

Η μέρα που η Μέλη με τον Ζανό θα συναντιόντουσαν για να αρχίσουν τα διαδικαστικά της εμπορικής συνεργασίας των δύο επιχειρήσεων έφτασε.

Η Μέλη είχε πάει στο γραφείο πολύ νωρίς να ετοιμάσει όλα τα σχετικά ώστε να τα συζητήσει με τον υιό Καχραμανάκη. Μπορεί να ήταν κέρατο βερνικομένο ως χαρακτήρας η Μέλη αλλά στα επαγγελματικά δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της — ούτε κουνούπι, εδώ που τα λέμε. Δεν γούσταρε να της την πει κανένας, ούτε να αφήσει τίποτε στην τύχη του.

Είναι αλήθεια ότι μέσα σε όλο αυτό το διάστημα των έξι μηνών που και αυτή και ο Ζανό προσπαθούσαν να αποδείξουν στα σόγια τους ότι άξιζαν να θεωρούνται συνεχιστές των επιχειρήσεων –ναι, το είχαν δει και οι δύο οικογένειες κάτι μεταξύ Ωνάση και Νιάρχου με ολίγον από Λάτση, δεν είχαν συναντηθεί ούτε μία φορά. Και ήταν και οι δύο περίεργοι να τα ξαναπούν και να δουν πώς θα προχωρήσουν.

Στις εννιάμιση ο Ζανό έφτασε στα κεντρικά γραφεία των ζαχαροπλαστικών επιχειρήσεων Καραμελάκη. Η Μέλη τον υποδέχθηκε στο γραφείο της χαμογελαστή. Εξάλλου δεν της έφταιγε εκείνος σε κάτι αν οι γέροι τους είχαν λαλήσει και πάθει ομαδική παράκρουση συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα.

≪Καλημέρα Ζανό, τι γίνεται; Χρόνια και ζαμάνια από την τελευταία φορά που τα είπαμε≫, τον καλωσόρισε η Μέλη αστειευόμενη.

≪Καλημέρα και σε σένα Μέλη. Ναι, ρε συ, χαθήκαμε είναι αλήθεια. Έτσι όπως μπλέξαμε και οι δύο με τις δουλειές, λογικό ήταν. Λοιπόν, φαντάζομαι ότι έχεις ετοιμάσει κι εσύ τα σχετικά της συμφωνίας από τη μεριά σου, έφερα και εγώ τα διάφορα σχετικά και λέω να ξεκινήσουμε, μην νυχτωθούμε κιόλας, αλλά να τελειώνουμε και μία ώρα αρχίτερα. Τι λες;≫ τη ρώτησε ο Ζανό.

≪Απολύτως σύμφωνη≫, απάντησε η Μέλη και κάθισαν στο στρογγυλό τραπέζι των συσκέψεων που υπήρχε στο γραφείο της Μέλης.

Και το ≪φιούτσερ ζεύγος του μπι≫ ξεκίνησε τη διαπραγμάτευση. Έκοβε από δω ο ένας, έραβε από κει η άλλη, συμφωνούσαν, διαφωνούσαν, κάποια στιγμή κόντεψαν να πιαστούν στα χέρια –αλλά η Μέλη σκέφτηκε ότι μόλις είχε βάψει τα νύχια της οπότε εγκατέλειψε την ιδέα, ηρέμησαν, συνέχισαν, έβαλαν μέχρι και τα γέλια κάποια στιγμή και κατά τις δύο το μεσημέρι η διαπραγμάτευση είχε ολοκληρωθεί.

Και οι δύο έτριβαν τα χέρια τους και γέλαγαν και τα μουστάκια τους.

≪Λοιπόν, νομίζω ότι σκίσαμε, Ζανό≫, απεφάνθη η Μέλη με ένα χαμόγελο που ξεκινούσε από το στόμα και κατέληγε στα αφτιά. ≪Θα δουν τη συμφωνία τα γερόντια και δεν θα το πιστεύουν≫, συνέχισε.

≪Καλά, θα ήθελα να είμαι μέσα στο κεφάλι τους την ώρα που θα την διαβάζουν να έβλεπα τι σκέφτονται. Γιατί μη νομίζεις ότι μπροστά μας πρόκειται να είναι και ιδιαίτερα διαχυτικοί. Με ξινισμένες μούρες τους βλέπω και τους δυο, μόνο και μόνο για να έχουν να λένε≫, συμπλήρωσε ο Ζανό. ≪Τι λες, είσαι να το γιορτάσουμε με ένα κρασάκι και μετά να τους τηλεφωνήσουμε να τους πούμε ότι η συμφωνία έκλεισε;≫ της πρότεινε.

≪Μια χαρά σε βρίσκω≫, του απάντησε η Μέλη και σηκώθηκε να πάρει την τσάντα της. ≪Και πού λες να πάμε;≫ Ρώτησε.

≪Σκέφτηκα το παραθαλάσσιο ταβερνάκι του κυρ-Αντρέα≫, απάντησε εκείνος

≪Καλό είναι, αλλά πολύ μάπας αυτός ο μπάρμπας, ρε συ Ζανό. Είμαι σίγουρη ότι στο σπίτι του θα έχει τη φαμίλια να κυκλοφορεί με τσεμπέρια και στιβάνια με τα μυαλά που κουβαλάει. Ποοο, ρε φίλε, τον θυμάμαι από την προηγούμενη φορά και μου γυρνά το μυαλό. Ντιπ άνθρωπος του Νεάντερταλ≫, συνέχισε η Μέλη.

≪Ελα μωρέ καημένη κι εσύ τώρα, μήπως θα τον παντρευτούμε;≫ απάντησε ο Ζανό και ξεκίνησαν.

Βέβαια, η Μέλη άμα δεν χωνέψει κάποιον το δείχνει από χιλιόμετρα μακριά, οπότε δεν έκανε καμία απολύτως προσπάθεια να το αλλάξει φτάνοντας στο ταβερνάκι και βλέποντας τα μούτρα του κυρ-Αντρέα. Μουρμούρισε ένα ξερό ≪καλησπέρα≫ μέσα από τα δόντια της στην κυριολεξία, αφού ο μόνος που την άκουσε ήταν ο αριστερός της φρονιμίτης. Όχι ότι ο ιδιοκτήτης είχε διαφορετική όρεξη από τη Μέλη. Να τα λέμε κι αυτά. Η αντιπάθεια ήταν αμοιβαία. Σιγά τώρα που άνδρας αυτός θα καθόταν να του κάνει την έξυπνη μια τσούπρα που νόμιζε ότι ήταν η δούκισσα της Πλακεντίας.

Έτσι ούτε που της έδωσε σημασία, κούνησε το κεφάλι του κυρίως στον Ζανό και αποχώρησε στα ενδώτερα του ταβερνακίου να πάρει το μπλοκάκι του για την παραγγελία.

Η Μέλη με τον Ζανό κατευθύνθηκαν σε ένα γωνιακό τραπεζάκι, στρογγυλοκάθισαν και άρχισαν να συζητούν. Το ένα έφερε το άλλο και ήταν και οι δυο μέσα στα γέλια και στις χαρές και η ώρα περνούσε και έφτασαν τα μεσάνυχτα. Και δεν ήθελαν επ’ ουδενί να γυρίσουν πίσω. Όμως αν αργούσαν κι άλλο οι πατεράδες τους ήταν ικανοί να καλέσουν την Νικολούλη για να τους ανακαλύψει οπότε συνετίστηκαν.

Κάποια στιγμή έφτασαν στο σπίτι της Μέλης και έπρεπε να χαιρετηθούν. Και την ώρα που έσκυψε ο Ζανό να τη φιλήσει στο μάγουλο παραπατάει η Μέλη γυρίζει το κεφάλι της και έγινε το come to see και sit to listen. Αντί για μάγουλο ο Ζανό βρήκε στόμα και άρχισαν να χορεύουν γύρω γύρω χιλιάδες πεταλούδες κόκκινες, κίτρινες, πράσινες και μπορντό. Αυτό ήταν, δεν ήθελαν άλλο. Από εκείνη τη μέρα δεν ξεκόλλησαν. Σαν στρείδια έγιναν. Ο ωραίος κι η ωραία. Εκδρομές από δω, εκδρομές από κει, συσκέψεις απο δω, συσκέψεις από κει… Σιαμαίοι, κατάντησαν!

Ο Μανούσος και ο Σήφης έτριβαν τα χέρια τους.

Βέβαια οι μήνες περνούσαν και κουβέντα για γάμο γιοκ. Μπορεί να ήταν μαζί συνέχεια, αλλά τα γερόντια θέλανε να ακούσουν την απόφαση για γάμο, αλλά ούτε ο Ζανό ούτε η

Μέλη βιαζόντουσαν. Οι δουλειές προχωρούσαν ρολόι, τα οικονομικά των επιχειρήσεων αυξάνονταν και πληθύνονταν, αυτοί ζούσαν τον έρωτάς τους και ο μήνας είχε εννιά.

≪Κατά το φθινόπωρο, εκεί που τα φύλλα είχαν αρχίσει να γίνονται πορτοκαλιά σαν τη φανέλα της εθνικής Ολλανδίας, ήρθε στη Μέλη η φαεινή ιδεά να πάνε μια βδομάδα ένα ταξίδι στο εξωτερικό οι δυο τους. Είχε βαρεθεί πια συνέχεια δουλειά δουλειά τον τελευταίο καιρό και ήθελε να αλλάξει εικόνες.

Μια μέρα εκεί που έτρωγαν ένα εκμεκ κανταΐφι στο ζαχαροπλαστείο του Προκόπη του Μεγαλοστοματάκη, λέει στον Ζανό:

≪Βρε, αγαπάκι, τι θα έλεγες για ένα ταξιδάκι στο Παρίσι; Μια Μονμάρτη, μια Πλας ντε Βόζ, ένα Καρτιέ Λατέν, έναν Σηκουάνα να δούμε αν κουνιούνται οι βάρκες!≫

Ο Ζανό δεν έδειξε να ενθουσιάζεται, δεν του άρεσε να ξεβολεύεται, αφήστε που δεν είχε και καμιά ιδιαίτερη φαγούρα για το Παρίσι, αλλά τι να πεί, στη μέλλουσα κυρία Ζανό Καχραμανάκη; Αν αρνιόταν έπαιζε να ξυπνούσε την άλλη μέρα με μαυρισμένο μάτι. Το να δεχθεί ήταν μονόδρομος… Κι έτσι ξεκίνησε η προετοιμασία του ταξιδιού στο Παρίσι!

Επί μια βδομάδα η Μέλη διήνυε χιλιόμετρα στο διαδίκτυο ψάχνοντας ξενοδοχεία, αεροπορικά εισιτήρια, εστιατόρια που θα πήγαινε με το αγαπάκι να πνίξουν τον σεβντά τους με γαλλική σαμπάνια, μουσεία για να μην τους πουν και αμόρφωτους όταν γύριζαν πίσω και ρωτούσαν τι είδαν από πολιτιστικά δρώμενα. Πήρε η Μέλη τον τουριστικό οδηγό του Παρισιού και τον έκανε φύλλο και φτερό. Μέχρι και πόσες λακκούβες είχε κάθε πεζοδρόμιο είχε πληροφορηθεί. Αφού έκανε τα νεύρα όλων, και κυρίως του Ζανό, τσατάλια, έκλεισε το ξενοδοχείο, έκλεισε τα εισιτήρια, και ολοκλήρωσε την προετοιμασία με το φτιάξιμο της βαλίτσας. Για μια βδομάδα θα πήγαινε και είχε βγάλει από τις ντουλάπες της να πάρει ρούχα τουλάχιστον για ένα μήνα. Να βάλω κι αυτό, να βάλω και το άλλο, Παρίσι είναι αυτό δεν μπορώ να κυκλοφορώ σαν την γύφτισσα. Να πάρω κι αυτό το παπούτσι που ταιριάζει με εκείνη την τσάντα. Σκηνές απείρου κάλλους στην έπαυλη Καραμελάκη στο ηρωικό Κάτω Μυζηθροχώρι.

Αντίθετα στην οικεία των Καχραμανάκηδων, ο Ζανό ειχε πετάξει πέντε πράγματα σε μια βαλίτσα και ήταν έτοιμος ήδη.

Το ταξίδι στο Παρίσι ξεκίνησε μια φθινοπωρινή φωτεινή μέρα με ένα ελαφρύ αεράκι.

Τα δρομάκια γύρω από τη Μονμάρτη και το Καρτιέ Λατέν ακόμη έχουν να το λένε με τις παλαβομάρες του Ζανό και της Μέλης.

Δεν το λες και λίγο να βλέπεις την άλλη ολόκληρη γαϊδούρα να κυνηγάει τον Ζανό με τα μακαρόν στο χέρι για να του δώσει να τα δοκιμάσει, σαν τον Βόγλη στο ≪Κορίτσια στον ήλιο≫, στάσου μύγδαλα!

Για να μη μιλήσουμε για τη Λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων, που αλληλοκυνηγιόντουσαν γύρω από την υπαίθρια καντίνα με τις κρέπες, σαν την Βουγιουκλάκη με τον Παπαμιχαήλ. Στον Πύργο του Άϊφελ, η Μέλη αν ήταν δυνατόν θα ανέβαινε μέχρι το αλεξικέραυνο. Ούτε η αστυνομία δεν την πτόησε που με αυστηρό τρόπο την προειδοποίησε ότι θα πρέπει να ακολουθήσει στη σειρά μαζί με τους άλλους τουρίστες και ότι η άνοδος γινόταν μέχρι ένα ορισμένο σημείο.

Τέλος πάντων, το ταξίδι αυτό οι Παριζιάνοι θα το θυμούνται για καιρό, διότι σύμφωνα με πληροφορίες του τύπου, είχαν συμβεί άπειρα ευτράπελα με τις κουλαμάρες της Μέλης στην γαλλική πρωτεύουσα.

Εκεί δίπλα στην πέμπτη βάρκα που ήταν αραγμένη κάτω από την Pont Neuf στο Σηκουάνα έκανε ο Ζανό την πρόταση γάμου στη Μέλη περνώντας της στο δάχτυλο ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι. Και τόση ήταν η χαρά της που κόντεψε να πέσει μέσα στο ποτάμι και να την ψαρέψουν σαν ψάρι του γλυκού νερού. Στην τσίλια τη γλίτωσε τη βουτιά, γιατί ως πρακτικός άνθρωπος που ήταν σκέφτηκε ότι θα χάλαγε τα μαλλιά και τα νύχια της που τα είχε βάψει την προηγούμενη μέρα και έτσι το πέσιμο στον Σηκουάνα αναβλήθηκε επ’ αόριστον. Το αποκορύφωμα του ταξιδιού ήταν στο αεροδρόμιο της γαλλικής πρωτεύουσας.

Μπορεί να είχαν ξεκινήσει με δύο βαλίτσες αλλά με όλα όσα είχε αγοράσει η Μέλη στο Παρίσι, από πίνακες που απεικόνιζαν τον Σηκουάνα μέχρι συσκευασμένα κρουασάν για να τρώει στο πρωινό της και από αρώματα μέχρι ρούχα και παπούτσια, ο αριθμός των βαλιτσών είχε φτάσει τις πέντε!

Στο τσεκ ιν μόνο που δεν μαλλιοτραβήχτηκε με τη μαντάμ που της έδινε τα διάφορα χαρτιά. Και να πρέπει να τρέχει να πληρώνει υπέρβαρο και να μην την αφήνουν να πάρει στην καμπίνα ένα ασημένιο καλάμι με φτερά που είχε κουβαλήσει από τη Μονμάρτη, και να απειλεί θεούς και δαίμονες η Μέλη και τέλος πάντων για να μην τα πολυλογούμε, αφού βασάνισε τη μαντάμ και όλους τους συνταξιδιώτες που περίμεναν για το δικό τους τσεκ ιν τελείωσε τα διαδικαστικά, πήρε από το χέρι το αγαπάκι-Ζανό και κατευθύνθηκε στην πύλη επιβίβασης.

(συνεχίζεται…)

 

About Efterpi Verigaki

Γυρίζουμε, ανακαλύπτουμε, φωτογραφίζουμε, γράφουμε, σατυρίζουμε και σχολιάζουμε!
Gallery | This entry was posted in Εύθυμες γραφές and tagged , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s