Κάποιος καπνίζει και με ζαλίζει!

American-Steamloc-S-Meridith---1850

Όταν, εκεί κάπου στις αρχές της ενήλικης δεκαετίας της ζωής τους, η Φιλίτσα και οι φίλοι της αποφάσισαν να κάνουν για πρώτη φορά το γύρο της φίλης και συμμάχου Ισπανίας, ζαλωμένοι με τα σακίδια, άπλυτοι και βρώμικοι, σαν τον Τσιβιλίκα στην “θεία μου τη χίπισσα”, δεν φανταζόντουσαν ότι μέχρι σήμερα θα θυμούνταν τα ευρωπαϊκά σιδηροδρομικά τους σταυροδρόμια και θα γέλαγαν με μαύρο «μαστουρωμένο» δάκρυ.

Το ιντερέϊλ βλέπετε, τότε στη δεκαετία του ΄80, δεν ήταν και το σημερινό Eurostar ή ο Thalys, που μπαίνεις μέσα και αισθάνεσαι ότι είσαι κάπου μεταξύ Ηλυσίων Πεδίων και Ανακτόρων του Μπάκιγχαμ. Τότε έμπαινες στη ισπανική Ρένφε και ήσουν κάτι μεταξύ σημερινού ΟΣΕ και τρένου του ’50 με τον Δήμο από τα Τρίκαλα, με καλάθια, κότες και ό,τι άλλο ήθελες.

Αφού η παρέα διέσχισε “καταστρωματάδα”, μέσα σε σλίπινγκ μπάγκς του ξενοδοχείου “αστέρια”, το Ιόνιο, προσάραξε ένα πρωϊ της προηγούμενης χιλιετίας κάπου στο Μπρίντιζι. Μαζί με αυτούς, και δεκάδες άλλοι λέτσοι που τριγύρναγαν σαν τις άδικες κατάρες στην Ευρώπη ζώντας τα ταξιδιωτικά τους όνειρα.

Φορτώθηκαν στην πλάτη τα σακίδια, πήραν από ένα μπουκάλι νερό ο καθένας και ντουγρού τον ανήφορο από το λιμάνι μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό Βρινδισίου.

Τέσσερεις ώρες έπρεπε να περιμένουν το τρένο που κάποια στιγμή θα τους μετέφερε στη Ρώμη και από κει το επόμενο για να φτάσουν στα σύνορα με τη Γαλλία, κάπου στη Ventimiglia για να τρέξουν γρήγορα να πάρουν το τρίτο που θα τους έβγαζε κάπου στην Ανδαλουσία.

Μαύρη νύχτα τους πήρε μέχρι να φτάσουν στο Ιρούν στα σύνορα Γαλλίας-Ισπανίας. Σαν πάτσγουορκ είχαν γίνει από την κούραση αλλά μπρος στον πρooρισμό και την χώρα της τορτίγιας ποιος νιαζόταν.

Μπήκαν λοιπόν μέσα στο κουπέ οκτώ ατόμων και σωριάστηκαν σε 4 καθίσματα. Μετά από λίγο μπήκαν και άλλοι τέσσερεις ταλαίπωροι από κάπου από τη Σκανδιναβία και άρχισαν το μπίρι μπίρι.

Ξεκινά το τρενάκι, τσούφου τσούφου, η κούραση έκλεινε σιγά σιγά τα βλέφαρα, το μπίρι μπίρι καταλάγιασε και η Φιλίτσα με τους φίλους της παραδόθηκαν στην αγκαλιά του Μορφέα.

Έλα όμως που η μύτη της Φιλίτσας, δεν αφήνει τίποτε να της ξεφύγει. Και εκεί που κοιμόταν μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, ξυπνά και πετάγεται πάνω από μια έντονη μυρωδιά που της γύριζε το κεφάλι 180 μοίρες. Ανοίγει τον δεξί οφθαλμό και προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τί συμβαίνει. Μυρίζοντας από δω, μυρίζοντας από κεί ανακάλυψε ότι όλο το κουπέ είχε καλυφθεί από καπνούς πράσινου χόρτου που οι Σκανδιναβοί συνταξιδιώτες κάπνιζαν αρειμανίως όλο το βράδυ. Και τι να τους πεις τώρα…. Όσο πιο ευγενικά παρακαλάς, μπας και τους φέρεις στο φιλότιμο, να το σταματήσουν. Δυστυχώς όμως τους φίλους Σκανδιναβούς τους χαρακτήριζε μεγάλο ποσοστό γαϊδουριάς και το μόνο που κατάφερε η δόλια η Φιλίτσα ήταν να ξενυχτήσει και να την βρεί το ξημέρωμα λες και είχε περάσει όλη τη νύχτα μέσα σε τεκέ και καφέ αμάν! Αμάν, αμάν! Οι υπόλοιποι δεν είχαν πάρει είδηση και συνέχιζαν μακάρια τον ύπνο τους. Θα μου πείτε μπορεί να είχαν μαστουρωθεί τόσο από τον καπνό που είχαν πέσει σε φυσική χειμερία νάρκη. Παίζει και αυτό τί να σας πω…

Ο καιρός όμως των «μπαφιασμένων» τσιγγάνων δεν είχε τελειώσει, όπως θα ανακάλυπτε η παρέα λίγο αργότερα.

Αφού το τρένο έφτασε στη Μαδρίτη, είπαν να ξεκουραστούν στην ισπανική πρωτεύουσα πριν επιβιβαστούν στο επόμενο για Ανδαλουσία για να λουστούν οι αγάπες τους στον Γκουανταλκιβίρ της Σεβίλλης.

Πάλι βράδυ συνέπεσε το ταξίδι, σε κουπέ έξι ατόμων αυτή τη φορά. Ο θεός όμως των «παιδιών των λουλουδιών» είχε άλλες σκέψεις και ξανάριξε πάλι στο δρόμο τους δύο πρασινομερακλωμένους καπνιστές χόρτου.

Και έτσι το ταξίδι που ξεκίνησε να γίνει κάτι μεταξύ Βαντάρ στο «αδέρφια μου, αλήτες, πουλιά» και της «Κάρμεν από την Τριάνα» κατέληξε να θυμίζει, για μια ακόμα βραδιά, τεκέ στο λιμάνι του Πειραιά στις αρχές του περασμένου αιώνα!

Γιατί μόνον αυτοί που αντίκρυσαν το πρωί την ταλαίπωρη Φιλίτσα μπορούν να καταλάβουν την «δραματική» κατάσταση. Σας εχει τύχει να βρεθείτε σε καράβι με 10 μποφώρ και να διασχίζετε το Αιγαίο;; Ε, έτσι ακριβώς ήταν κι εκείνη το επόμενο πρωί. Αλλού πατούσε, αλλού βρισκόταν και παραλίγο να πέσει από την γέφυρα στον Γκουανταλκιβίρ και να την ψαρεύουν με πετονιά οι Σεβιλιάνοι τσιγγάνοι ψαράδες!
Μπάφιασε ολόκληρη! 🙂

About Efterpi Verigaki

Γυρίζουμε, φωτογραφίζουμε και γράφουμε, σατυρίζουμε και σχολιάζουμε!
Gallery | This entry was posted in Εύθυμες γραφές and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s